Δευτέρα, 27 Ιανουαρίου 2014

Η λεύκα



της Ειρήνης Σκούρα
 
 
Ο κύριος Παναγιώτης καταγόταν από τον Πόντο. Βαθιά, μέσα από την Τρωάδα, την πατρίδα εκείνης της κακιάς μάγισσας που σκότωσε τα δυο της παιδιά από εκδίκηση κι έρωτα. Όμως αυτός  καμιά σχέση δεν είχε μ’ εγκλήματα. Bαφτισμένος στην Παναγία τη Σουμελά ήξερε μόνο να δίνει αντί να παίρνει ζωές και θα καταλάβετε στη συνέχεια τι θέλω να σας πω.
 Ήρθε μια μέρα ξαφνικά στη ζωή μας κι έφυγε το ίδιο ξαφνικά. Ψηλός, καλοφτιαγμένος άνθρωπος, όμως με αρθριτικά και δύσκολα γεράματα, όπως γερνούσαν οι άνθρωποι παλιά. Πριν την ώρα τους. Ζητούσε το διευθυντή και περίμενε υπομονετικά έξω από την πόρτα.
- Είμαι ο νέος επιστάτης… Χαραλαμπίδης Παναγιώτης… , είπε κι άπλωσε σε όλους ένα τραχύ, τεράστιο χέρι.
Παλιά δούλευε ως εισπράκτορας στα λεωφορεία. Από τότε όμως που μπήκαν τα μηχανάκια για την ακύρωση των εισιτηρίων, ήταν πλέον περιττός. Όσους ήταν κοντά στη σύνταξη, τους έκαναν επιστάτες στα σχολεία. Τους νέους τους εκπαίδευσαν για οδηγούς κι άλλους τους έδιωξαν. Γυρόφερνε μ’ ένα κατσαβίδι επιδιορθώνοντας ζημιές. Λες και ήταν φτιαγμένος μόνο γι αυτό. Περνούσε όλη την μέρα αλλάζοντας λάμπες, βάζοντας τζάμια, σφίγγοντας μεντεσέδες. Και στο τέλος καθόταν πλάι στην είσοδο, ένας αποσταμένος Κέρβερος με βαριά πρεσβυωπία.
Ο κύριος Παναγιώτης έμενε με την κυρά του στον Υμηττό, σ’ ένα παλιό προσφυγικό σπίτι. Ένα δωμάτιο και κουζίνα. Εκεί μεγάλωσαν τα παιδιά τους, δυο θηρία πια, ο ένας ηλεκτρολόγος κι ο άλλος ταξιτζής. Ένα ζεστό βράδυ του Ιουλίου ο κυρ-Παναγιώτης δεν είχε ύπνο. Ο θόρυβος του δρόμου είχε κοπάσει κι αυτός, μπροστά στην αυλή του, κάτω από τ’ αστέρια, περίμενε καρτερικά τον ύπνο. Είχε υιοθετήσει μια λεύκα που ήταν στο πεζοδρόμιο και τα βράδια μες στις μυρωδιές από γιασεμιά και βασιλικούς της σιγοψιθύριζε. Κι η γυναίκα του έπαιρνε όρκο πως μιλούσε μόνο σ’ εκείνον και πως όταν εκείνη πλησίαζε κόβονταν απότομα οι κουβέντες.
Εκείνο το βράδυ, λοιπόν, μια παρέα τρελαμένων εφήβων με γέλια και φωνές πετάχτηκαν με πολλά γκάζια από το στενό. Ένα φορτηγό για να τους αποφύγει έπεσε πάνω στο πεζοδρόμιο . Χτύπησε με δύναμη στη μικρή λεύκα και την ξερίζωσε. Το μισό φορτηγό χώθηκε στην αυλή τους. Όμως εκείνο που πιο πολύ τον πείραζε δεν ήταν ο γκρεμισμένος μαντρότοιχος και τα σαραβαλιασμένα κάγκελα. Ήταν περισσότερο η σπαρακτική κραυγή της λεύκας, που όμως κανένας άλλος έξω απ΄ αυτόν δεν άκουγε κι αυτό μπορούν να το βεβαιώσουν κι οι γείτονες που πετάχτηκαν έξω αλαλιασμένοι με τα νυχτικά. Το περιστατικό αυτό δεν θα το θυμόταν κανένας μετά, αφού ευτυχώς δεν υπήρξαν θύματα κι όλα τα κανόνισε η τροχαία. Το Πρώτων Βοηθειών πήρε μακριά το φορτηγατζή που αρνιόταν βρίζοντας θεούς και δαίμονες να πάει στο νοσοκομείο, μόνο ζητούσε να τον αφήσουν «να ρίξει ένα βρωμόξυλο στα κωλόπαιδα».Εκείνα στέκονταν σε μια γωνιά κι έτρεμαν απ’  την τρομάρα.
#-#-#
Το Σεπτέμβρη, όταν γυρίσαμε στο σχολείο την είδαμε θαλερή κι όμορφη να μας περιμένει δίπλα στην κεντρική είσοδο του σχολείου: η λεύκα του  κυρ-Παναγιώτη. Δεν μάθαμε ποτέ πώς τα κατάφερε, πώς το κουβάλησε ως εδώ, πώς το φύτεψε μονάχος, πώς το στήριξε το πληγωμένο του ξωτικό σε τούτη τη γωνίτσα της σχολικής αυλής. Όμως η λεύκα αυτή με τον πληγωμένο κορμό μιλά μόνο με τον κυρ-Παναγιώτη που αναστενάζει κουνώντας το κεφάλι του :
-Ξέρουμε μεις οι πρόσφυγες τι πάει να πει ξεριζωμός…Μην πάθει κι αυτή η κακομοίρα ό,τι πάθαμε κι εμείς.
Όσο περνούν τα χρόνια η λεύκα απλώνει ρίζες και κλαριά και γίνεται ένα κανονικό, μεγάλο δέντρο. Το καλοκαίρι ρίχνει σκιά στην αίθουσα της Α’ Τάξης και την άνοιξη τα παιδιά τη βλέπουν μέρα με τη μέρα να βγάζει τα καινούργια φύλλα. Το φθινόπωρο πάλι τινάζει τα χρυσάφια της παντού. Κάποιοι μαθητές μου χαζεύουν τότε απ’ έξω και δεν παρακολουθούν το μάθημα. Είναι πολύ πιο όμορφη από τη Γραμματική, το παραδέχομαι.
Μια μικρή προσφυγοπούλα ήρθε και ρίζωσε εδώ. Ο σωτήρας της πήρε σύνταξη σε τρία χρόνια. Ήρθε κάμποσες φορές να μας δει  σέρνοντας τ’ αρθριτικά του στις σκάλες. Κάποια στιγμή σταμάτησαν κι αυτές οι λιγοστές επισκέψεις. Τα καλοκαίρια κάποιοι από τους ονειροπόλους μαθητές μου, που τους διηγήθηκα την ιστορία του δέντρου, το ποτίζουν τα πρωινά εκ περιτροπής πηδώντας την κλειστή αυλόπορτα του σχολείου. Και παίρνουν όρκο πως ακούν έναν ψίθυρο σαν ανθρώπινη ομιλία που ακούν μόνο, όπως λένε κάποιοι, εκείνοι που τα δέντρα μπορούν πραγματικά να εμπιστευθούν.


  




Δεν υπάρχουν σχόλια: