Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2013

Μία νύχτα στου Ψυρρή



της Βιολέττας Ξιφαρά
(Σεμινάριο Δημιουργικής Γραφής, Άνοιξη 2013)


Αει στα κομμάτια, κρύο και απόψε, βαρέθηκα.  Κάθε βράδυ κρύο και ψιλόβροχο εδώ και δέκα μέρες.  Να ρίξει μια δυνατή βροχή να ξεπλυθεί ο τόπος, να ησυχάσουμε λίγο και από το πήγαινε έλα των φοιτητών.  Ησυχία δεν έχουν πια.  Πόσο κρασί και ποτό  θα πιούν. Δεν αφήνουν κάτι και για μας. Φαταούλες παιδί μου, φαταούλες.  Άει σιχτίρ και απόψε.  Που το έβαλα το σάλι, πού το έβαλα, να το ρίξω στο κεφάλι μου γιατί με περόνιασε η υγρασία.  Έ! Ρε γλέντια σήμερα, νάναι καλά ο Σωκρατάκος, Θεός χωρέστον, μου άφησε το στέκι του.  Έχει χάζι σε κείνο το σημείο και απ’ ότι το κόβω είναι χωστό από αέρα και βροχή.  Μια χαρά με βόλεψε ο Σωκράτης.  Ήταν η τελευταία του επιθυμία, ακούς;  Η τελευταία του επιθυμία, να πάει σου λέει η Ελπινίκη στο τσαρδάκι  του, στο δίπατο της πλατείας Ηρώων, στου Ψυρρή. Αυτό που είναι εγκαταλελειμμένο, δίπλα στο ραφτάδικο του Λεωνίδα; Άει γεια σου, αυτό.  Το είπε σε όλους, ευχή και κατάρα να τον σεβαστούν και τον πήρανε στο νοσοκομείο και από κει στον παπά. 
Σκέφτομαι μόνη μου, όλο σκέφτομαι.  Τι να κάνω. Εάν σταματήσω να σκέφτομαι θα θυμηθώ.  Ο νούμερο ένα νόμος του άστεγου είναι να ξεχάσει, τα πάντα, ακόμα και το όνομά του. Να περάσω από τον Κωνταντή και την Θεώνη, να πάρω τα καύσιμα.  Θα του πω του Κωνσταντή «Κοίταξε καλά μη μου ξαναδώσει μπόμπα κρασί η κυρά σου, άστεγη γυναίκα, πού θα ξερνοβολάω όταν με πειράζει; Δεν με σκέφτεστε; Άντε την ευχή μου νάχετε και καλές δουλειές γι απόψε».  Η ευχή του άστεγου, μεγάλο πράγμα σου λέει γιατί βγαίνει μέσα από την καρδιά του.  Η κατάρα του όμως ακόμα μεγαλύτερο πράγμα. Γι αυτό ο Κωνσταντής με φροντίζει, νομίζω. Μπορεί να είναι και καλός άνθρωπος, μπορεί.  Τι μέρα είναι σήμερα, Πέμπτη;  Ευτυχώς, έχει ποδόσφαιρο και δεν θάχει πολύ κίνηση, είναι και το κρύο.  Έ! Πρώτη μέρα στο καινούργιο μου κονάκι, να έχω λίγη ησυχία να τακτοποιηθώ.  Πάντως το καροτσάκι μου είναι το καλύτερο απ’ όλα, το πιο περιποιημένο και το πιο πλούσιο.  Έχω από παπούτσια και πάπλωμα μέχρι ύφασμα από αλεξίπτωτο για να προστατεύομαι από το κρύο.  Βασίλισσα μωρέ είμαι, βασίλισσα. Λέω τώρα.
Δεν κουνιέται φύλλο στην πλατεία.  Με το κρασάκι μου και το κεσεδάκι μουσακά από την Θεώνη είμαι πασίνα στα Γιάννενα.  Το καρότσι θα το βάλω δίπλα μου, την άλλη φορά στην Ερμού πήγαν να μου το φάνε την ώρα που κοιμόμουνα. Κάτι τσογλάνια ήταν, μαύροι, άσπροι πού να καταλάβω  στην σούρα μου.  Κάτσε κυρά Ελπινίκη να ξεκουραστεί το κοκαλάκι σου.  Απάγκιο είναι, ωραία.  Η πόρτα μια φορά, επιβλητική.  Από αυτές που μου αρέσουν.  Ψηλή, με χοντρό ξύλο και σκάλισμα και ρόπτρο βαρύ-βαρύ, το λιοντάρι να μην είχε σκαλισμένο πάνω από το κεφάλι μου το βράδυ, όσο να πεις σκιάζομαι.  Α! κάθισα. Τρεις φορές θα κουλουριάσω γύρω μου το αλεξίπτωτο απόψε, δεν ξέρω τι καιρό κάνει εδώ, να φυλαχτώ.
Αυτή εδώ η γούβα στον τοίχο, τι θέλει;  Να ακουμπήσω το κεφάλι μου, να κάνει καλό και στο αυχενικό μου!  Έ ρε τι γλάστρες με βασιλικούς θα είχαν βάλει να αρωματίζουν την είσοδο.  Μεγαλεία σου λέω, μεγαλεία. 
«Σσς! Μην την ξυπνήσεις ακόμα, θα τρομάξει, άσε να φύγει το ζευγαράκι απέναντι στο παγκάκι, μην την περάσουν για τρελή.  Μόλις μας δει θα ξεφωνίσει.  Θυμάσαι ο Σωκράτης τι έπαθε την πρώτη φορά που μας είδε;»
«Εγώ λέω να βάλουμε τον Παπαδιαμάντη να κάτσει δίπλα της, να την πάρει με το καλό, είναι πιο γνωστός μπορεί και να τον θυμηθεί, να μην χρειάζεται να εξηγήσουμε πολύ».
«Ο Ερημίτης του Ψυρρή* απόψε μπορεί να έχει δουλειά.  Κάθε φορά  που έρχεται κάποιος από απέναντι τον παίρνει παράμερα να του εξηγήσει τα κατατόπια, να τον βοηθήσει, να μην στενοχωριέται που αλλάζει συνήθειες. Με τον Σωκράτη βέβαια επειδή είναι καιρό φίλοι μπορεί να μην χρειαστεί».
«Ζωή μου, σας αγαπώ**.  Η Ελπινίκη θα μάθει γρήγορα, θυμάστε όταν ήταν νέα φοιτήτρια και έψαχνε το σπίτι σας στην Αγίας Θέκλας, για να νοιώσει τον έρωτά μου για εσάς;  Η Ελπινίκη φυγάδευσε τον εαυτό της από τον κόσμο και γύρισε εκεί που ανήκει.  Θα χαρεί επιτέλους να μας γνωρίσει».
«Ο κυρ-Αλέξανδρος στάθηκε δίπλα της, κοιτάξτε Λόρδε μου, τον νοιώθει.  Je suis vraiment contente.  She is actually one of us, don’t you think?»
Νοιώθω να με παρακολουθούν μάτια.  Ωραία γωνίτσα είναι, αλλά κάτι δεν μου κολλάει.  Να βγάλω το κεφάλι μου, να κόψω κίνηση, μην μου την πέσει κανείς.
 Άει σιχτίρ ποιος είσαι εσύ;  Δεν μας χωράει και τους δυο ρε φίλε.  Πήγαινε παραπέρα.  Και γιατί δεν με πιέζει το σώμα σου, πάνω στα πόδια μου;  Γνωστός μου φαίνεσαι. Παναγία μου, πάλι μπόμπα κρασί μου έδωσε η Θεώνη.  Να γλιτώσω απόψε και δεν θα ξανακάτσω στα σκαλιά της Αγίας Ειρήνης να ζητιανέψω.  Θα μπω μέσα όταν δεν θα είναι κανείς, να σου ανάψω κεράκι, να με λυπηθείς. Να γλιτώσω όμως απόψε μανούλα μου, ε;  Κι αυτό το ζευγάρι απέναντι.  Καλέ τι φοράει η κοπέλα, μικρό κορίτσι; Ήμαρτον Χριστέ μου.  Άει, άει, απόψε δεν την βγάζω τη νύχτα, μου την πέσανε.  Σαν φιγούρα του 1800 από ελαιογραφία είναι, και να δεις τι μου θυμίζει. 
Σταμάτα Ελπινίκη, σταμάτα, ο νούμερο δυο νόμος του άστεγου είναι να μην θυμάται, να ξεχάσει ακόμα και το όνομά του, σταμάτα.  Μα μου θυμίζει κι αυτός δίπλα της ο νεαρός με την γυναικεία ομορφιά και τα σγουρά ξανθά μαλλιά.  Και συ, ο γέρος με το φθαρμένο κουστούμι έτσι ξείγκλωτος*** που κάθεσαι σκυφτός και γράφεις, τι γράφεις, ποίημα;  Πώς τολμάς μπροστά μου και γράφεις; Φύγε.  Μην γυρίσεις το κεφάλι σου να με δεις.  Εάν είσαι αυτός που φαντάζομαι, εάν έφυγες από την Σκιάθο και ήρθες στην Αθήνα, εάν οι αδελφάδες σου έμεινα ανύπαντρες για χάρη σου, εάν έγραψες τη Φόνισσα, είσαι ένας νεκρός Αλέξανδρος.  Και εάν είσαι νεκρός και σε βλέπω, τότε πέθανα και δεν θέλω να πεθάνω.  Ακούς;  Φύγε από τα πόδια μου και πάρε και τους φίλους σου απέναντι.  Δεν θέλω να έρθετε κοντά μου, δεν θέλω να θυμάμαι, δεν θέλω τέτοιους κολλητούς.  Να πείτε στον Σωκράτη ότι δεν θα του κάνω την χάρη να μείνω άλλο εδώ. 
«Δεν πάει καλά Λόρδε μου, σας το είπα, η Ελπινίκη είναι γαβριάς****.  Όταν έφυγε από τη μάνα της, είχε έρθει στα σκαλιά του σπιτιού μου και έκλαιγε.  Πριν το κατεδαφίσουν.  Έκλαιγε και μου τα έψελνε που δεν σας ακολούθησα στο Μεσολόγγι που δεν έζησα μαζί σας ολοκληρωτικά τον έρωτα.  Μου χρέωσε την δική της αδυναμία να νοιώσει οτιδήποτε.  Σιχαίνεται το όνομά της. Ελπινίκη, ελπίδα για νίκη.  Αυτή όμως τα παρέδωσε όλα και τα ξέχασε και τώρα ο κυρ Αλέξανδρος πάει να της ξύσει πληγές».
«Κάθε γενναίος έχει πληγές και κάθε άνθρωπος που γυρνά στου Ψυρρή να ξαναπιάσει τη ροή της ιστορίας έχει τις δικές του αναμνήσεις να ενώσει με τις δικές μας.  Πάντα στενοχωριέσαι ζωή μου όταν γνωριζόμαστε με έναν καινούργιο ζωντανό, όμως την Ελπινίκη την ξέρεις από παλιά και είχες υποσχεθεί να την βοηθήσεις».
Το σταυρό μου Παναγία μου.  Α ρε Σωκράτη, δεν θα σε συναντήσω καμιά μέρα, θα σε κάνω τ’αλατιού με την λαχτάρα που παίρνω απόψε.  Μη με κοιτάς ρε φίλε. Είσαι εσύ, ο κυρ Αλέξανδρος, ο κοσμοκαλόγερος, έτσι δεν είναι;  Μήπως να μου συστηθείς κιόλας να ανταλλάξουμε χειραψία;
«Δεν μου αρέσουν τα λόγια και να πεις στην Θεώνη να σου δίνει από το κοκκινέλι.  Όταν έμενα στου Ψυρρή ο προπάππους της έφτιαχνε το καλύτερο κοκκινέλι της Αθήνας.  Να της πεις «ο κυρ Αλέξανδρος είπε να μου δώσεις κοκκινέλι να τον κεράσω», θα καταλάβει και θα σου δώσει».
Πώς μου μιλάς και δεν κουνάς τα χείλη σου;  Εάν είσαι φάντασμα δώσε ένα σημάδι. Καλύτερα να βλέπω φαντάσματα που υπάρχουν παρά να βλέπω φιγούρες που δεν υπάρχουν και να τρελαίνομαι.  Και γιατί βλέπω εσένα παρακαλώ; Γιατί εσένα;
«Απόψε ήρθες σπίτι μου Ελπινίκη. 20 χρόνια έζησα στου Ψυρρή, δεν θυμάσαι που διάβαζες γι αυτό στην Σκιάθο, καθισμένη κάτω από την λεμονιά στην αυλή του σπιτιού μου;  Τα βράδια όταν φαίνονται τα άστρα κατεβαίνω στου Ψυρρή, τα άλλα, τα πιο σκοτεινά μένω ακίνητος να μην με ακούσουν οι αδερφάδες μου και με αναζητήσουν.  Εδώ όμως είμαι ανάμεσα σε φίλους.»
Αυτοί απέναντι, η τρελοκαντέρω με το φέσι στο κεφάλι και ο μιζανπλί με τις μπούκλες;  Τι σόι φίλοι είναι αυτοί για έναν κοσμοκαλόγερο, τι έχεις να πεις εσύ μαζί τους; Και πού τους ξέρεις;  Στο φινάλε πρέπει να έζησαν πολύ πριν από σένα. 
Κάτι μου έβαλε στο μουσακά αυτή η κοκκινομάλα, η ξεψειριασμένη, η ποντικομαμή, να με ξεκάνει και έχω πιάσει και συζήτηση μαζί του.
Και σε ρωτάωι πάλι.  Αυτοί ποιοι είναι;
«Λόρδος Μπάυρον, αγαπητή Ελπινίκη, και από δω η ωραία των Αθηνών, Θηρεσία Μακρή, η μεγάλη μου αγαπημένη, τα σέβη μου. Όπως καλά κατάλαβες είμαστε τα φαντάσματα της πλατείας  Ηρώων, εδώ στου Ψυρρή dear. But please don’t be afraid, we know each other since you were a little child».
Τώρα προκόψαμε.  Ά! Ρε άστεγη Ελπινίκη. Με μισοφαγωμένο μουσακά, τυλιγμένη σε αλεξίπτωτο παρέα με τρία φαντάσματα, δεν ζητάς βοήθεια γιατί θα σε πάρουν στο ψιλό, απλά παρακαλάς την Παναγιά να σε πάρει στον ύπνο σου γιατί εάν διανοηθείς ότι αυτά που ζεις είναι αληθινά τότε μάγκα μου, την έκατσες.
«Την έκατσες Ελπινίκη; Φιλόλογος πράμα;»
Κυρ Αλέξανδρε για να έχουμε καλή εξήγηση, ο τρίτος νόμος του άστεγου είναι να ξεχνά, να ξεχνά ακόμα και το όνομά του.
«Και ο τέταρτος νόμος του καλλιτέχνη είναι να ξεχνά το πρωί αυτά που έζησε το βράδυ.  Κοιμήσου τώρα, για πρώτο βράδυ καλά τα πήγαμε.  Αύριο θα μιλήσετε με την Θηρεσία, σαν γυναίκες θα τα πείτε καλύτερα.  Και Ελπινίκη, ο μόνος νόμος των φαντασμάτων είναι να σε κάνουν να θυμάσαι και αυτό μου ζήτησε ο Σωκράτης, να θυμηθείς για να παλέψεις.»
«Τώρα θα πάω να κοιμηθώ** δεσποινίς Ελπινίκη, εις αύριον».

*Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης έζησε πολλά χρόνια στου Ψυρρή και τον ονόμασαν «ο Ερημίτης του Ψυρρή»
** Την έκφραση αυτή έλεγε ο Λόρδος Μπάυρον στην Ωραία των Αθηνών, Θηρεσία Μακρή, την οποία ερωτεύτηκε παράφορα όταν φιλοξενήθηκε για αρκετό καιρό στο αρχοντικό τους στουΨυρρή.
Ξείγκλωτος = απεριποίητος
***γαβριάς = ζόρικη, έξυπνος και ζωηρός αλητάκος, που έχει πάντοτε έτοιμη στο στόμα του μια απάντηση.
****τα τελευταία λόγια του Λόρδου Βύρωνα πριν πεθάνει στο Μεσολόγγι.

Δεν υπάρχουν σχόλια: