Δευτέρα, 18 Νοεμβρίου 2013

Μια νύχτα στην όπερα



                        

του Νίκου Χατζηαθανασίου
(Σεμινάριο Δημιουργικής Γραφής, Άνοιξη 2013)





Ήταν ήδη 7:35 και η παράσταση άρχιζε στις 8. Τον είχε στήσει 20 λεπτά. Κλασσική γυναίκα σκέφτηκε. Μόνο που δεν ήταν. Δηλαδή ήταν, αλλά δεν ήταν σαν τις άλλες. Έτσι ήθελε να πιστεύει, τουλάχιστον. Αυτός είχε ξαναπάει στην όπερα. Στην Βιέννη βέβαια, αλλά δεν είχε σημασία. Σημασία είχε ότι θα πήγαινε μαζί της. Με τα κουστούμια και τις γραβάτες του αυτός, με τα φορέματα και της γόβες της εκείνη. Και το κραγιόν το κόκκινο. Όλη η εμπειρία. Κοίταξε για πολλοστή φορά το ρολόι του. "Θα την σκίσω" μουρμούρισε μέσα απ’ τα δόντια του κι αμέσως χαμογέλασε αυτάρεσκα, ίσως με την σκέψη ότι μπορεί και να το έκανε στα αλήθεια, αργότερα εκείνο το βράδυ. Με την καλή έννοια. Την πρόστυχη δηλαδή, αλλά  καλή για αυτόν σίγουρα - και για εκείνη, γιατί όχι; Είδε μια γυναικεία, καλοντυμένη σιλουέτα να έρχεται προς το μέρος του. "Αυτή θα ναι" σκέφτηκε κι ίσιωσε τη γραβάτα του. Ετοιμάστηκε να της δώσει το τριαντάφυλλο καθώς εκείνη τον πλησίαζε με γρήγορο βήμα αλλά τελευταία στιγμή κατάλαβε πως δεν ήταν αυτή που περίμενε. Τον προσπέρασε κι εκείνος χωρίς να χάσει δευτερόλεπτο, γύρισε για να ελέγξει τον κώλο της.

"Καλό κομμάτι, έ μαν;" άκουσε μια λεπτή, σχεδόν παιδική, γυναικεία φωνή από πίσω του.
-"Καλώς την Στρουμφίτα" απάντησε χωρίς να γυρίσει. "Καλό είναι, δε λέω αλλά έχω δει και καλύτερα. Καλοσύνη σου που μας θυμήθηκες..."
-"Ρε, σόρι ειλικρινά δε φταίω εγώ. Άκου να δεις τι έγινε..." άρχισε να λέει εκείνη αλλά την διέκοψε το βλέμμα του καθώς γύρισε και την κοίταξε για πρώτη φορά. "Τι; τι έχω; Έλα πες, τόσο χάλια είμαι; Βάφτηκα πολύ ε; Το κραγιόν; Δεν σ' αρέσει το κραγιόν; Τα τακούνια! Το 'ξερα ρε γαμώτο! Και σε ρώτησα αν θα χεις πρόβλημα"
-"Θα το βουλώσεις επιτέλους να με αφήσεις να σε θαυμάσω μέσα στη σιωπή για δύο γαμημένα δευτερόλεπτα ή θα αναγκαστώ να αναλάβω πρωτοβουλία και να στο βουλώσω εγώ;"
-"Για προσπάθησε να σε δούμε" απάντησε αμέσως εκείνη. Του άρεσε που ήταν εύστροφη και ετοιμόλογη.
-"Ε αφού δεν μου αφήνεις κι εμένα άλλα περιθώρια..." της είπε και την πλησίασε πιάνοντάς την παράλληλα από την μέση "σκύψε λίγο να σου πω κάτι".

Αν έπαιζαν σε χολιγουντιανή αισθηματική κομεντί θα ήταν το πιο όμορφο φιλί στην ιστορία του κινηματογράφου. Το πιο παθιασμένο φιλί στην ιστορία των παθιασμένων φιλιών. Από αυτά τα φιλιά όπου εκείνη γέρνει ολόκληρη πάνω στον καλό της και σηκώνει το ένα της πόδι ενστικτωδώς. Από αυτά που πάνω από το ζευγάρι σκάνε πυροτεχνήματα και από πίσω παίζει το "when the moon hits your eye like a big pizza pie, that's amore". Ξαφνικά οι λάμψεις από τα πυροτεχνήματα έσβησαν, η βελόνα του πικ απ έκοψε με ένα βίαιο ξύσιμο μια φράση του Ντιν Μάρτιν στη μέση και το πόδι έμεινε μετέωρο και απορημένο.
-"Και τώρα που το βγάλαμε κι αυτό απ' τη μέση, πάμε μέσα γιατί έχουμε αργήσει; Χτυπάει το πρώτο καμπανάκι όπου να ναι"
Το βλέμμα της ήταν κάτι ανάμεσα σε λιωμένη μαρμελάδα και θυμωμένο ταύρο. Δεν ήξερε αν ήθελε να τον χτυπήσει ή να τον ξαναφιλήσει. Μάλλον δεν ήξερε με ποιά σειρά ήθελε να τα κάνει. Και δεν θα μάθαινε και ποτέ γιατί δεν της άφησε τα περιθώρια. Της έβαλε το τριαντάφυλλο στο χέρι, της έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο και την έπιασε αγκαζέ, οδηγώντας την στο φουαγιέ με βήμα ταχύ.
-"Σιγά παιδάκι μου, θα με σκοτώσεις, Πιο ήρεμα. Φοράω τακούνια λέμε"
-"Ναι, κάτι πήρε το μάτι μου. Δικό σου πρόβλημα, να μην φορούσες. Αλλά ξέρω γιατί τα βαλες. Ήθελες να με κάνεις να φαίνομαι κοντός δίπλα σου."
-"Παιδί μου, πας καλά; 'Έχεις προβλήματα μου φαίνεται, ε; Να πας σε κάνα ψυχολόγο να στα λύσει."
-"Δεν τους μπορώ τους ψυχολόγους. Είναι φαντασμένοι, υπερεκτιμημένοι και νομίζω ότι κουβαλάνε πιο πολλά προβλήματα από αυτά που υποτίθεται προσπαθούν να λύσουν."
Εκείνη προτίμησε να μην απαντήσει, γιατί ήξερε πως ότι και να έλεγε θα έβρισκε κάτι εξυπνακίστικο να της απαντήσει και απλά θα την νευρίαζε περισσότερο. Άλλωστε ήξερε ότι της κάνει πλάκα. Της άρεσε αυτό. Της άρεσε που την έκανε να γελάει και ταυτόχρονα την εξωθούσε στα άκρα της. Ναι, αν κάτι της άρεσε σε αυτόν σίγουρα δεν ήταν το μουστάκι του αλλά το χιούμορ και το πνεύμα του. Ίσως και το μουστάκι του, άβυσσος η ψυχή της γυναίκας. Και παρ' όλο που ήταν η πρώτη φορά που συναντιόνταν από κοντά, παρόλο που δεν είχε δει ο ένας τον άλλον παρά μόνο σε φωτογραφίες, παρ' όλο που δεν είχαν ακούσει ο ένας τη φωνή του άλλου περισσότερες από μία φορά, αν τους παρατηρούσε κανείς θα νόμιζε πως είναι ζευγάρι καιρό. Και ερωτευμένο μάλιστα.

Αυτή την εντύπωση μου άφησαν καθώς τους είδα να χάνονται από το φουαγιέ μέσα στην αίθουσα πιασμένοι αγκαλιά, εκείνη γερμένη πάνω του κι εκείνος να την κοιτάει τρυφερά. Τους κοιτούσα και τους χαιρόμουν, τους ζήλευα ακόμα ίσως, ενώ εγώ ακόμα περίμενα την δική μου ντάμα να έρθει έξω από την είσοδο του θεάτρου. Είχε πάει 8 παρά 10 και ο κόμπος στο στομάχι μου γινόταν όλο και μεγαλύτερος. Τότε χτύπησε το κινητό μου. Μήνυμα. Από εκείνη. Το διάβασα ατάραχος σχεδόν. Για κάποιο λόγο, ανεξήγητο, το περίμενα. Δεν ξαφνιάστηκα καθόλου. Το μόνο που με ξάφνιασε ήταν αυτή ακριβώς η κυνική συνειδητοποίηση. Το ήξερα ότι δεν θα ερχόταν ποτέ. Αλλά είχα πάει. Ντυμένος στην πένα. Για εκείνη. Με το λουλούδι στο χέρι. Για εκείνη κι αυτό.  "Δεν θα έρθω. Ήθελα πολύ αλήθεια, αλλά δεν μπόρεσα. Ελπίζω να καταλάβεις. Μην με πάρεις τηλ. Τα λέμε". Απλό, χωρίς να αφήνει περιθώρια για αντίλογο.

Κοίταξα το λουλούδι. Μια κοπέλα περνούσε εκείνη την ώρα. Την σταμάτησα και της το έδωσα. Εκείνη ξαφνιάστηκε λίγο, ίσως τρόμαξε αλλά το πήρε δίνοντας μου για αντάλλαγμα ένα πλατύ, όμορφο χαμόγελο. Της χαμογέλασα κι εγώ. "Η ζωή συνεχίζεται ψηλέ" είπα στον εαυτό μου, χωρίς πολλή διάθεση να το πιστέψω. Έβαλα το χέρι στην τσέπη και έβγαλα τα εισιτήρια. Φώναξα στην κοπέλα, που μόλις είχα δώσει το λουλούδι: "Σου αρέσει η όπερα;" Εκείνη γύρισε και με κοίταξε απορημένη. "Έχω ένα επιπλέον εισιτήριο, και αναρωτιόμουν αν... Τι λέω; προφανώς θα έχεις κάτι καλύτερο να κάνεις. Και σιγά μην πας με έναν άγνωστο στην όπερα, έτσι στα καλά καθούμενα. Απλά είπα να δοκιμάσω την τύχη μου μια τελευταία φορά σήμερα πριν αποδεχτώ ότι με εγκατέλειψε οριστικά."
-"Δεν έχω πάει ποτέ. Αλλά πάντα ήθελα" είπε εκείνη διστακτικά. Κούνησα τα εισιτήρια στον αέρα.
-"Λένε ότι όταν σου παρουσιάζεται μια ευκαιρία, πρέπει να την αρπάζεις. Σου υπόσχομαι δεν δαγκώνω. Να, κοίτα πως είμαι ντυμένος. Σου 'δωσα και το λουλούδι..."
-"Ελπίζω να μην είσαι κανένας ανώμαλος, που φοράει κουστούμι και στήνεται έξω από την όπερα, κρατώντας 2 εισιτήρια και ένα λουλούδι μόνο και μόνο για να αποπλανήσει αθώες κοπέλες". Γέλασα.
 -"Όχι δεν είμαι, σου δίνω τον λόγο της προσκοπικής μου τιμής!"
-"Άμα είναι έτσι...φαίνεται πως η τύχη, σου χαμογέλασε." είπε και μου έκλεισε το μάτι. "Α και μη σκας, εκείνη χάνει."

Το τελευταίο καμπανάκι ακούστηκε. Την έπιασα αγκαζέ και μπήκαμε μέσα. Ίσα που προλάβαμε να μπούμε και να βρούμε τις θέσεις μας, πριν σβήσουν τα φώτα και αρχίσει η μουσική. Με τη άκρη του ματιού μου πρόλαβα να δω το ζευγάρι που παρατηρούσα πριν, στην είσοδο, δυο θέσεις πιο κει. Της ψιθύριζε κάτι στο αυτί. Τότε έστρεψε το βλέμμα του πάνω μου. Με κοίταξε επίμονα. Φάνηκε να με αναγνωρίζει. Το βλέμμα του είχε κάτι το καθησυχαστικό. Μια ανείπωτη, βαθιά κατανόηση. Το πρόσωπο του μου φάνηκε απόκοσμα ήρεμο και εκπληκτικά γνωστό. Για μια στιγμή, μου φάνηκε πως κοιτούσα μέσα σε καθρέφτη. Μου έκλεισε το μάτι την στιγμή που η ορχήστρα έπαιξε την πρώτη νότα και γύρισε προς την σκηνή. 







Δεν υπάρχουν σχόλια: