Τρίτη, 3 Δεκεμβρίου 2013

Μια βραδιά στου Ψυρρή




του Νίκου Χατζηαθανασίου
 (Σεμινάριο Δημιουργικής Γραφής, Άνοιξη 2013)
 
-Εν αρχή ην ο Λόγος.
-Και μετά;
-Μετά...ήρθαν οι μέλισσες! Αλλά επειδή ήταν παχιές κι είχαν πιει πολύ κρασί τις έδιωξε ο κάπελας και πήρανε ταξί. Ο κάπελας ουδεμία σχέση είχε με τον τρελοκαπελά διότι αφενός ο ένας ήταν χοντρός ενώ ο άλλος ψηλός δεν είχαν ειδωθεί ποτέ στην μακροχρόνια καριέρα τους ούτε είχαν συστηθεί επισήμως σε κάποιου είδους κοινωνική εκδήλωση. Ξες από αυτές που κάνουν οι κυρίες του Κολωνακίου τα Σάββατα για να προσελκύσουν χρήματα και τεκνά. Όχι τεκνά με χρήματα, προσοχή. Άλλοι είχανε τα χρήματα κι άλλοι τα διλήμματα. Τα ερωτικά βεβαίως, βεβαίως. Όπως στις όμορφες ερωτικές ιστορίες και τα φωτορομάντζα που πουλάγανε κάποτε στα περίπτερα έξω από του Μπακάκου.
-Σαν της Χρυσήιδας Δημουλίδου ένα πράμα;
-Δεν την ξέρω την κυρία, δεν μας σύστησε ο κάπελας. Αν και ήταν στο πάρτυ γιατί την είδα. Φορούσε το καπέλο της μαντάμ Σουσού με όλα τα φρούτα μαζί και την φρουτιέρα. Και τι κάνει αυτή; Γράφει νερόβραστες ερωτικές ιστορίες; Ένα μέρος έρωτα 5 μέρη νερό και λίγο αλάτι; Διότι αν ναι τότε αυτή θα ήταν, δεν παίρνω κι όρκο. Ιερόδουλες και ναυτικοί να ξέρεις δεν ορκίζονται. Το λέει κι ο παπάς. Οι μεν από ανάγκη οι δε από επιλογή. Φύρδην μίγδην δηλαδή και του πεταλωτή τα κάστανα. Άσε που να στα λέω.
-Ε πες τα ντε!
-Αφού θέλεις να τ’ ακούσεις, σκάσε κι άκου τα λοιπόν. Εν αρχή ην ο Λόγος, που λες. Ο Λόγος δε ουδεμία αξία έχει δίχως το κούτελο. Κι αφού στις μέρες μας τα κούτελα σπανίζουν, το λόγο παίρνει ο Πρόεδρος. Ο Πρόεδρος με τη σειρά του, ελαφρώς βαριεστημένος και εμφανώς καταπονημένος από τον κάματο της ημέρας, ούτε ήθελε ούτε και σκόπευε να τονε πάρει. Τον Λόγο. Δια τα υπόλοιπα ούτε και ξέρω ούτε θέλω να γνωρίζω. Μπορώ μόνο να κάνω εικασίες. Αλλά κι αυτές τι νόημα έχουν δίχως αυτιά ευκολόπιστα και αγαθά. Με πιάνεις;
-Καλά τα λες. Συνέχισε.
- Αφού του τονε δίνανε λοιπόν κι αυτός δίσταζε να τονε πάρει, έπρεπε να βρει μιιαν λύση. Συμβιβαστική το δίχως άλλο. Καθώς ουδείς έπρεπε να μείνει παραπονεμένος αλλά κι ο Λόγος έπρεπε να παρθεί το δίχως άλλο. Ζόρικη η κατάσταση και ντελικάτη σαν μεταξωτό βρακί. Από αυτά που φοράνε οι κυρίες του Κωλονακίου στα πάρτυ με τα τεκνά.  Όταν και αν τα φοράνε δηλαδής Απαιτούσε επιδέξιους κώλους το λοιπόν. Όμως ο πρόεδρος δεν ήταν τυχαία τέτοιος. Πρόεδρος δηλαδή. Η θέσις του καθώς και το παράστημα του, του επέτρεπαν να προεδρεύει. Δεν γίνεται όμως Πρόεδρος χωρίς επιτροπή της οποίας να είναι Πρόεδρος, αν με εννοείς. Διότι σε αντίθετη περίπτωση θα ήτω σα βασιλιάς χωρίς υπηκόους,  Ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων, δεν  έχει σημασία. Σημασία έχει ότι ο Πρόεδρος, τσακάλι γαρ σκαρφίστηκε την λύση. Και τον έκανε πάσα τον λόγο στο αντιπρόεδρο, ο οποίος με την σειρά του τον έδωσε στον γραμματέα, κι αυτός στον β’ αντιπρόεδρο και ούτω καθεξής μέχρι που έφτασε στα χέρια του Ταμία. Κι εδώ είναι που τα πράγματα περιπλέκονται τοιουτοτρόπως. Διότι αν και στο Καταστατικό αναφέρετω ρητώς και κατηγορηματικώς ότι ο Ταμίας ουδέποτε είχε το δικαίωμα να λάβει τον Λόγον, να που ξαφνικά βρέθηκε με τον λόγο φαρδύ πλατύ στα χέρια του και την ιερή υποχρέωση να τον πάρει χωρίς να μπορεί να υψώσει αντίρρηση και ένσταση καμία. Καθώς, όπως καταλαβαίνεις τα ανυπόμονα βλέμματα όλης της επιτροπής, προεδρευόμενης από τον ίδιο τον Πρόεδρο μην ξεχνάς, ήτω καρφωμένα πάνω του, Με ακολουθείς; 
-Μαζί σου είμαι. 
-Δώσε βάση γιατί το πράγμα γίνεται μπερδεμένο κι άρα επικίνδυνο. Διότι ο απλός ο νους, ο απαίδευτος που λέμε, μπορεί να μην δύναται να ακολουθήσει και να παρακολουθήσει και να επεξεργαστεί την ολοένα αυξανόμενη και μαινόμενη εισροή πληροφοριών και λεπτομερειών και άρα να μην μπορεί να ανταπεξέλθει με αποτέλεσμα να κλατάρει Κοινώς να τα φτύσει που λένε και στη πιάτσα. Ως εκ τούτου υποχρεούμαι να ρωτήσω για τελευταία φορά αν με εννοείς. 
-Εγώ σε εννοώ λέμε. Εσύ με εννοείς που σε εννοώ;
-Πάσο. Εμίλησα κι ελάλησα κι αμαρτία εξομολογούμενη ουκ έστιν αμαρτία.
-Ρε άστα αυτά και λέγε τι έγινε με τον Ταμία.
-Ο Ταμίας που λες, καλό λαμόγιο ήτανε και του λόγου του. Αυτό που ονειρευόταν για μια ζωή και που  όμως ποτέ δεν πίστευε στα αλήθεια ότι θα γινόταν, είχε γίνει πραγματικότητα. Ο λόγος ήταν στα χέρια του, σαν νεογέννητο κουτάβι. Κι ολάκερη η επιτροπή τον κάρφωνε με τα σουβλερά της μάτια και περίμενε να τονε πάρει. Κρεμόταν από τα χείλη του σα να λέμε. Καθώς όπως προείπα όμως ο Ταμίας προετοίμαζε εαυτόν δια τούτη την στιγμήν έτη και έτη, καθώς τι διάολο, δεν θα έμενε για πάντοτε Ταμίας. Έτσι πίστευε κι έτσι διαβεβαίωνε όσους τον ερωτούσαν. Εκτός υπηρεσίας φυσικά. Διότι μες την υπηρεσία όποιος σήκωνε κεφάλι, έμοιαζε με απειλή και πολύ γρήγορα και ουδόλως σπάνια βρισκόταν είτε χωρίς αμοιβή είτε χωρίς κεφάλι αν και κανένας δεν το έχει παραδεχτεί ανοιχτά και δημοσίως. Έχουν υπάρξει και μια δυο σπάνιες περιπτώσεις μάλιστα, όπου η έπαρσις των ατόμων υπήρξε τόσο μεγάλη και βαθιά ώστε βρεθήκαν και δίχως αμοιβή και δίχως κεφάλι συντοχρόνως. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Ο Ταμίας που λές ήταν άτομο προσεκτικό και κοίταζε τη δουλειά του, αν και πάντα έριχνε κλεφτές ματιές σε αυτούς που έπαιρναν τον Λόγο. Δεν τους ζήλευε ακριβώς αλλά ήθελε να είναι στη θέση τους. Όχι τόσο για την μισθολογική του αναβάθμιση, απόρροια του δικαιώματος αλλά και της υποχρέωσης να παίρνει κανείς τον Λόγο, αλλά όσο για το κύρος που προσέδιδε στα άτομα αυτή η ιδιότης.   
-Κοτζαμπάσης στη θέση του κοτζαμπάση ο Ταμίας. Σωστός;!
-Άμα γεια σου! Το πιάνεις το νόημα αγάλι – αγάλι. Και  ανακεφαλαιώνω προτού συνεχίσω. Ο Ταμίας με μιαν ελαφρά, ή και όχι, έκπληξη βρίσκεται με τον Λόγο στα χέρια, σαν έτοιμος από καιρό σαφώς. Η επιτροπή αδημονούσα κι αδηφάγα να περιμένει  να τον πάρει, σαφέστερα. Και το Καταστατικό ξεκάθαρο και άτεγκτο να απαγορεύει κάτι τέτοιο σαφέστατα. Το ζήτημα δε, που πρσαγματεύετω η επιτροπή, προεδρευόμενης υπό του ιδίου του Προέδρου υπενθυμίζω, ήτω εθνικό, μείζονος και εξεχούσης σημασίας και ουδέποτε θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί με επιπολαιότητα και φαυλότητα καθώς κάτι τέτοιο θα ήτω καταστροφικό ακόμα και δια το μέλλον της ίδιας της χώρας. Και του λαού αυτής το δίχως άλλο. Ένας λάθος χειρισμός μπορεί να τα τίναζε όλα στον αέρα σαν μπουρλότο. Πολλώ δε μάλλον αυτόν που θα το εχειρίζετω. Τον χειριστή της υποθέσεως, δηλαδή, που εν πάσει περιπτώση ήταν αυτός που θα έπαιρνε τον λόγο. Και που στην δική μας περίπτωση δεν ήταν άλλος από τον Ταμία, όπως το είχε φέρει η μοίρα κι οι κταστάσεις. Από την άλλη μεριά βέβαια, αν οι χειρισμοί της υποθέσεως ήταν τέτοιοι ώστε να καταλήγαμε σε ευτυχή και επιτυχή συμπεράσματα και αποτελέσματα, όλοι θα ήτω βεβαίως ευτυχισμένοι, το μεγαλύτερο μερίδιο όμως της επιτυχίας θα καρπωνόταν αδιαμφισβήτητα και κατά γενικήν ομολογίαν ο χειριστής της υποθέσεως. Δηλαδή αυτός που είχε τον Λόγο.
-Ο Ταμίας.
-Πουλιά στον αέρα πιάνεις αδερφάκι μου. Δώσε βάση τώρα γιατί μπαίνουμε στο ζουμί. Ο Ταμίας μας, που λες, αφού κοίταξε δεξιά κι αριστερά ούτος ώστε βεβαιωθεί αλλά και βεβαιώσει τους συνδαιτυμόνες, ότι αυτός ήταν που είχε το Λόγο κι άλλος κανένας καθάρισε το λαιμό του. Οπερ μεθερμηνευόμενον ότι εντός ολίγου, μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα, θα τον έπαιρνε.  Τον λόγο. Το βλέμα του ήτω σκληρό κι αδέκαστο, Δεν θα τους χαριζόταν. Θα Τον έπαιρνε κι όποιον πάρει ο χάρος. Αυτοί του Τον είχανε δώσει άλλωστε. Αν δεν θέλανε να Τονε πάρει αυτός, ας Τον έπαιρνε κάποιος άλλος. Στο σημείο αυτό, πρέπει να σου πω, ότι μια επιτροπή που σέβεται τον εαυτό της και δη μία που πραγματεύεται τόσο σοβαρά ζητήματα όπως προανέφερα δεν θα ήτω ολοκληρωμένη και συμπαγής αν δεν περιστοιχιζόταν από τους διάφορους παρατρεχάμενους. Τα τσιράκια, τους λακέδες που λέμε. Αυτοί  οι διάφοροι, απείχαν μεν παρασάγγας από το να πάρουνε ποτέ τον Λόγο επισήμως, καθότι δεν ήταν μέλη της επιτροπής καθεαυτής, ήταν όμως βοηθητικά στελέχη, που κάθονταν ήσυχα γύρω από το κύκλο των συνεπιτροπούντων, σε έναν εξωτερικό κύκλο δηλαδής, και παρακολουθούσαν τα πεπραγμένα. Δουλειά τους ήταν να παρεμβαίνουν όποτε το απαιτούσαν οι περιστάσεις, και να συμβουλεύουν τα μέλη της επιτροπής χαμηλοφώνως στο αυτί. Άρα μπορείς να πεις ότι έπαιρναν κι αυτοί τον Λόγο, και δη αυτοβούλως,  πάντοτε όμως ιδιωτικά και χαμηλόφωνα.  Αυτηκόως δηλαδή σα να λέμε. Κάθε μέλος της επιτροπής είχε τον δικό του Συμβουλάτορα, ενώ ο Πρόεδρος που καθώς αντιλαμβάνεσαι  έπρεπε να ξεχωρίζει ποικιλοτρόπως από τους υπόλοιπους, είχε δύο. Εις εξ αυτών φημίζετω ως πονηρός κι αδίστακτος, ο πρώτος ανάμεσα στο κύκλο των Συμβουλατόρων, γεγονός που δικαιολογεί το δίχως άλλο, το ποιος ήταν το αφεντικό του καθώς και τη θέση του πίσω από το δεξί αυτί του Προέδρου, ο οποίος όπως γνωρίζεις άκουγε λίγο βαριά  από τ’ αριστερό. 
-Κουφάλογο ο Πρόεδρος, 
-Μόνον από τ’ αριστερό. Και μη διακόπτεις γιατί φτάνουμε στην κορύφωση. Ο Συμβουλάτορας λοιπόν, που όλη την ώρα τούτη καθότανε σκεπτικός και παρακολουθούσε μετά αβίαστου προσοχής τα πεπραγμένα, σηκώθηκε και ψιθύρισε στο αυτί του Προέδρου κάτι, την ώρα που ο Ταμίας καθάριζε τον λαιμό του. Μια κίνηση που ουδόλως πέρασε απαρατήρητη, ως και δεν όφειλε άλλωστε.  Βλέπεις αυτό που είχε διαφύγει από όλους, ίσως μόνον όχι από τον Ταμία αλλά εκείνος ίσως επέλεξε να το προσπεράσει, ήταν το Καταστατικό. Και το πώς αυτό ρητώς και κατηγορηματικώς απαγόρευε την λήψη του Λόγου από τον Ταμία. Ο Συμβουλάτορας επίσης, παμπόνηρος γαρ, τα είχε ζυγίσει όλα στο μυαλό του. Είχε διαβλέψει το ενδεχόμενο ο τίμιος πλην φιλόδοξος Ταμίας, να γινόταν ο ήρως της ημέρας αν η έκβαση του Λόγου ήτω θετική και έφερνε τα αναμενόμενα και πολυπόθητα αποτελέσματα. Κάτι το οποίο θα ήτω απαράδεκτον πλην καταστροφικό για τον Πρόεδρο αλλά και για τον ίδιο, καθώς όπως προείπα αυτός ήτω το δεξί αυτί του Προέδρου. Υπήρχε όμως πάντα το Καταστατικό, το οποίο θα μπορούσε να επικαλεστεί αργότερα ο Πρόεδρος και έτσι να θεωρηθεί άκυρη η λήψη του Λόγου από τον Ταμία και άρα να καρπωθεί ο ίδιος την επιτυχία. Από την άλλη, αν ο Λογος του Ταμία ήτω αναποτελεσματικός, μπορεί μεν η χώρα να βάδιζε σε δύσκολες ατραπούς από τούδε και εφεξής, η ακεραιότητα όμως του Προέδρου καθώς και των υπολοίπων μελών της επιτροπής θα παρέμενε ανέγγιχτη καθώς θα υποδείκνυαν ως χειριστή της υποθέσεως αυτόν που είχε πάρει το Λόγο και δη τον Ταμία. Συνυπολογίζοντας και το γεγονός πως ούτε ο Πρόεδρος αλλά ούτε και κανείς άλλος έδειχνε διατεθειμένος να πάρει τον Λόγο και καθώς ο Λόγος έπρεπε να παρθεί άμεσα το δίχως άλλο και χωρίς περεταίρω χρονοτριβή, αποφάσισε αφού ενημέρωσε τον Πρόεδρο για τις ιδιομορφίες της κατάστασης εν τάχει, να τον συμβουλέψει να επιτρέψει στον Ταμία να πάρει τον Λόγο. 
-Ναι αλλά ο Ταμίας θα την ψυλλιάστηκε τη φάβα, δεν μπορεί.
-Μην προτρέχεις θα σκοντάψεις. Ο Ταμίας όπως προείπα, καλό λαμόγιο ήταν και του λόγου του. Τουτέστιν, μυαλωμένος και συνετός πλην κομματάκι πονηρός και δαύτος. Όχι βέβαια αδίστακτος ωσάν τον Συμβουλάτορα, αλλά δεν τον έπιανες και κότσο ευκόλως και δίχως να ιδρώσεις αν μη τι άλλο. Όσην ώρα λοιπόν ο Συμβουλάτορας εψιθύριζεν εις το αυτί του Προέδρου, το δεξί, μη ξεχνιόμαστε, και καθώς οι ψίθυροι δίνανε και παίρνανε μες την αίθουσα, είτε στα αυτιά των υπολοίπων επιτρόπων από τους δικούς τους Συμβουλάτορες είτε και μεταξύ των, με τα μάτια βεβαίως, σιωπηλά, δίχως να κουνηθεί χείλος ή ρουθούνι, ο Ταμίας παρακολουθούσε τα πρόσωπα των συνδαιτυμόνων ασκαρδαμυκτί και αδιαλείπτως. Έμφασις δε είχε δώσει στην στρογγυλομουτσουνάρα του Προέδρου, το δίχως άλλο. Ο οποίος ας πούμε ότι δεν εφημίζετω και δια τις επιδόσεις του στο πόκερ. Τουτέστιν άφησε την έκπληξη, την ανησυχία, την αγανάκτηση και εσχάτως την ανακούφιση να ζωγραφιστούν διαδοχικώς στο πρόσωπο του.  Έτσι ο Ταμίας διαισθάνθην και αντελήφθην την συνομωσία όπως πολύ ορθώς προέβλεψες. Πρέπει όμως να αντιληφθείς την ιδιαιτερότητα της κατάστασης και την δυσκολία της θέσης του, όπως την αντιλήφθηκε κι ο ίδιος αδιαμφισβήτως, καθώς βρισκόταν με τον Λόγο ανά χείρας, και δεν υπήρχε άλλος εν σειρά να Τον παραλάβει αφενός, αφετέρου ούτος έπρεπε να παρθεί άμεσα καθώς δεν υπήρχαν άλλα περιθώρια. Χρονικά τε και θεσμικά. 
-Και τι έκανε λοιπόν;
-Ότι θα έκανε κάθε σοφός άνδρας ευρισκόμενος, ανοικειωθελώς το δίχως άλλο, στη θέση του. Τον πεοκρούστη, τον αυνανιζόμενο. Ήτοι τον μαλάκα. Ξερόβηξε και καθάρισε τον λαιμό του δις, υιοθέτησε βλέμμα σοβαρότατον και άνοιξε το στόμα του εκ του οποίου εξήλθαν τα παρακάτω λόγια: «Αξιότιμε κύριε Πρόεδρε, σεβαστοί επίτροποι, λοιποί συνδαιτυμόνες. Αντιλαμβανόμενος την σοβαρότητα της καταστάσεως και  χωρίς να θέλω να προσβάλω την συνέλευση της επιτροπής ταύτης καθώς και τους θεσμούς που την διέπουν, θα ήθελα να ζητήσω την άδεια σας δια να αποσυρθώ εις το αποχωρητήριον καθώς αι κινήσεις των εντοσθίων μου είναι ταχείς και ραγδαίες και πολύ φοβούμαι πως αν κωλυσιεργήσω ακόμη ένα λεπτό, αι συνέπειες θα είναι δριμείς και ουδόλως ευχάριστες δια όλους μας. Όσο δε, δια το ζήτημα δια το οποίον μου δόθηκε ο Λόγος και δια το οποίον πρέπει να τοποθετηθώ, καθώς αντιλαμβάνομαι τα μάλα ότι πρέπει να βρεθεί μια λύσις άμεσα και επειδή ίσως η θέσις μου ως απλού Ταμία να μην είναι η πρέπουσα δια τόσο περίπλοκους και λεπτεπίλεπτους χειρισμούς, το αφήνω εις την κρίσιν του προέδρου, καθότι ούτος εστίν ο καθ ην αρμόδιος δια να λάβει τις απαραίτητες αποφάσεις για ένα τόσο σημαντικό και φλέγον θέμα. Εναποθέτω όλη μου τη στήριξη και την συμπαράσταση στο πρόσωπο του. Τα σέβη μου.». Και σηκώθηκε από την θέση του κι έφυγε σούμπιτος κρατώντας την κοιλιακήν του χώρα και αφήνοντάς τους σύξυλους .
-Δηλαδή κοινώς τους είπε: «Μάγκες, χεστήκαμε που κλάναμε, βρείτε άλλο κορόιδο ή βγάλτε τα πέρα μόνοι σας.»
-Αν και καθήμενος, ορθώς εμίλησες. Βεβαίως πρέπει να αναγνωρίσεις ότι η ιστορία αυτή περιέχει πολλαπλά ηθικά διδάγματα. Το πρώτο είναι ότι πάντα πρέπει να ξέρεις πότε να Τον δίνεις και πότε να Τον παίρνεις. Τον Λόγο φυσικά. Πρέπει να είσαι πάντα επιφυλακτικός και απρόθυμος να Τον πάρεις, ακόμα κι αν στον δίνουνε οικειοθελώς. Ειδικότερα δε,  αν νομίζεις πως ήρθε η ώρα σου να Τον πάρεις, σκέψου το ξανά και ενδελεχώς. Δεύτερον, όταν Τον παίρνεις πρέπει να είσαι πολύ προσεκτικός και να ξέρεις τι να Τον κάνεις. Αν δεν ξέρεις τι να Τον κάνεις καλύτερα να μην Τον πάρεις ή να τον αφήσεις εκεί που Τον βρήκες. Και το τρίτο και σημαντικότερο δίδαγμα θαρρώ, είναι το εξής: ακόμα κι αν δεν Τον θέλεις, αλλά στον δώσουνε με το ζόρι, να θυμάσαι πάντα αυτό: To κόψιμο είναι πάντα ανεπιθύμητο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: