Πέμπτη, 11 Ιουλίου 2013

Στο παγκάκι


της Νάνσυ Αγγελή

Το παλιό ξύλινο παγκάκι στεκόταν διακριτικά στην άκρη της πολυσύχναστης πλατείας, απόλυτα ξένο προς τα ουρλιαχτά των παιδιών και το βουητό των βιαστικών περαστικών και των αυτοκινήτων, σαν μια μικρή σχεδία που λικνίζεται απαλά στη μέση του ωκεανού.  Πάνω στα γδαρμένα του γόνατα κάθονταν, στητή και κάπως μελαγχολική η γηραιά κυρία. Εκείνη η γηραία κυρία δεν φορούσε άσπρο φουστάνι, ούτε υπήρχε φεγγάρι να κάνει χρυσά τα μαλλιά της. Στο διαυγές φως του ανοιξιάτικου απογεύματος οι λευκές ρίζες του κεφαλιού της έρχονταν σε πλήρη αντίθεση με το θαμπό καφέ χρώμα της υπόλοιπης, ξεχτένιστης κόμης, μιας κόμης λουσμένη σε φθηνή λοσιόν. Κατάλαβα γρήγορα ότι η συγκεκριμένη γηραιά κυρία είχε την φανταστική ιδιότητα να μιλά καταφέρνοντας να διατηρεί ερμητικά ακίνητα όλα τα μέλη του σώματος της, εκτός από το μικρό ξεθωριασμένο στόμα. Απ’ αυτό το στόμα, σαν κηλίδα, σαν απροσδιόριστο λεκέ, οι προφερόμενοι ήχοι μόλις που ακούγονταν, όμοια με ελαφριές πατημασιές πάνω σε βαρύ πέρσικο χαλί. Η κυρία μιλούσε, δεν σταματούσε να μιλά, μιλούσε με σταθερό ρυθμό, κάνοντας παύσεις και συνεχίζοντας. Δεν ήξερες τί έλεγε, μα ήξερες πως το σιγανό μουρμουρητό της παράξενης ομιλίας της συνέχιζε ατέρμονο, επίμονο, με μια παράλογη συγκέντρωση, μια παρανοϊκή προσήλωση σ’  έναν μυστικό ειρμό που δεν καταλάβαινε από ηλιόλουστα απογεύματα, ανθισμένα πάρκα και κόκκινα φανάρια. Όσο διάρκεσε αυτός ο αργόσυρτος μονόλογος, η γηραία κυρία δεν γύρισε ποτέ να κοιτάξει τον γηραιό κύριο που κάθοταν δίπλα της σε απόσταση αναπνοής. Τους ένωνε η ίδια απροσπέλαστη ακινησία, το βλέμμα στραμμένο προς έναν ορίζοντα ολοένα και πιο μακρινό, οι αναμνήσεις ή ο θάνατος. Ρούφηξα την τελευταία γουλιά καφέ, κοίταξα το ρολόι και σηκώθηκα βιαστικά αφήνοντας τους πίσω μου.             
 

Δεν υπάρχουν σχόλια: