Τετάρτη, 18 Σεπτεμβρίου 2013

Απόφαση



του Γιάννη Μελέτη
(Σεμινάριο Δημιουργικής Γραφής, Άνοιξη 2013)

  Δεν είχε την παραμικρή έμπνευση.Καμία ιδέα δεν υπήρχε στο μυαλό του. Αφελή σχέδια και ασυναρτησίες δίχως νόημα γέμιζαν κάθε σελίδα που μετά έσκιζε και πετούσε στο καλάθι δίπλα του. Ίσως αν έφερνε στο μυαλό του μια δυνατή εικόνα να μπορούσε να ξεκινήσει να γράφει επιτέλους την πολυπόθητη ιστορία του. Προσπάθησε να θυμηθεί με κάθε λεπτομέρεια τι είχε παρατηρήσει μέχρι εκείνη τη στιγμή στην καθημερινότητά του.
   Το προηγούμενο πρωί, περπατούσε στη κεντρική λεωφόρο της περιοχής του όταν διέκρινε μία μεσήλικη γυναίκα με παράξενα χαρακτηριστικά στο απέναντι πεζοδρόμιο. Είχε ατημέλητα βαθυκόκκινα μαλλιά κομμένα απρόσεκτα σε μήκος λίγο πάνω από τους ώμους. Πρόσωπο ξερακιανό με άφθονες ρυτίδες. Η ταλαιπωρία των πολλών χρόνων δουλειάς είχε αποτυπωθεί στη όψη της. Το βλέμμα της αυστηρό αλλά μάλλον δίκαιο και εν τέλει αγαθό. Χωρίς περιττά κιλά, ντυμένη με ρούχα που θα ταίριαζαν περισσότερο σε άνδρα εργάτη που μόλις σχόλασε από την εργασία του και πραγματοποιεί  τη βόλτα του. Τζιν παντελόνι, μαύρα δετά παπούτσια, μαύρη μπλούζα και ένα φθαρμένο μαύρο δερμάτινο μπουφάν.
   Αυτό που του τράβηξε την προσοχή ήταν το ότι μετέφερε δύο πλαστικές σακούλες τόσο βαριές που ήταν έτοιμες να σπάσουν από το βάρος. Το χρώμα τους ήταν μπλε, αρκετά ξεβαμμένες και με κανένα λογότυπο πάνω τους που θα μπορούσε να προδώσει το περιεχόμενό τους. Η αλήθεια είναι πως φαινόταν να περιέχουν κάποιο αγροτικό προϊόν, γεγονός το οποίο επιβεβαιώθηκε αμέσως μετά όταν άρχισε να αδειάζει το περιεχόμενο της μίας σακούλας στο πεζοδρόμιο προσκαλώντας  έτσι διάφορα πτηνά που μυρίστηκαν φαγητό. Αν και ήταν πτηνά που συναντάει κάποιος να πετούν πάνω από την πόλη, εκείνος φαντάστηκε πως είναι γλάροι που διένυσαν μια τεράστια απόσταση από τη θάλασσα για να έρθουν αποκλειστικά για αυτό, ανταποκρινόμενοι στο κάλεσμα της γυναίκας. Αποφάσισε να παρακολουθήσει κάθε κίνησή της. Ήταν ένα από τα  πρωινά που έψαχνε τρόπο να απασχολήσει το μυαλό του.  Παρατήρησε την έκφραση της γυναίκας που τάιζε τα πτηνά. Ανέκφραστη, ούτε χαιρόταν, ούτε λυπόταν με την προσφορά της. Άδειασε την πρώτη σακούλα και τη δίπλωσε προσεκτικά βάζοντάς τη στην τσέπη της. Περίμενε πως θα συνέχιζε με τη δεύτερη όμως εκείνη άρχισε να περπατάει στο δρόμο. Περπατούσε σχεδόν κουτσαίνοντας αλλά με γοργό ρυθμό. Δεν προλάβαινε να κρατήσει την κατάλληλη απόσταση για να βλέπει τις κινήσεις της. Έκανε κάποιες ανούσιες βόλτες γύρω από τα ίδια οικοδομικά τετράγωνα και τελικά μπήκε μέσα σε ένα χαμόσπιτο που δεν το πρόσεχε κανείς ανάμεσα στις πολυκατοικίες. Είδε να ανάβει το φως. Από τις λεπτές κουρτίνες φάνηκε να ανάβει και η κινούμενη εικόνα μιας τηλεόρασης. Το ενδιαφέρον του έλαβε τέλος.
   Αργότερα μέσα στην ίδια ημέρα είδε κάτι που τον έκανε να προβληματιστεί. Ένας βιαστικός άνδρας διέσχισε το δρόμο παρά το κόκκινο φανάρι που είχε ανάψει για τους πεζούς. Ο δρόμος ήταν άδειος από αυτοκίνητα και η αλήθεια είναι πως δεν τον ενόχλησε ή τον παραξένεψε προσωπικά παρόλο που εκείνος περίμενε υπομονετικά μαζί με τους υπόλοιπους πεζούς να ανάψει το πράσινο φανάρι. Εντούτοις, αν το αναλύσει κανείς , μια απαγόρευση του κώδικα οδικής κυκλοφορίας είναι τελείως ξεκάθαρη και δεν επιδέχεται διαφορετικές ερμηνείες, ούτε αλλάζει από τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε στιγμής. Εξακολουθεί πάντοτε να είναι μια απαγόρευση. Διαφορετικά θα ήταν λογικό να επιτρέπεται και  η διέλευση των αυτοκινήτων με κόκκινο φανάρι αν ο δρόμος είναι άδειος. Αυτό λοιπόν που τον ενόχλησε ήταν πως έμμεσα η συγκεκριμένη πράξη στο μυαλό του αποτελούσε προσβολή των υπόλοιπων ανθρώπων. Ένιωθε πως ο συγκεκριμένος άνδρας έκανε κακό στους συνανθρώπους του. Σταμάτησε αμέσως την περαιτέρω σκέψη. Ακόμη κι αν ήταν σωστή η θεωρία του, η διήγηση τέτοιων γεγονότων ίσως ήταν κουραστική.
   Τηλεφώνησε σε δύο φίλους του για να βγει το βράδυ και να ξεχαστεί από την έντονη φλυαρία που άκουγε στο μυαλό του. Πέρασε μαζί τους ένα τρίωρο απόλυτης γαλήνης  μακρυά από ό,τι τον ταλαιπωρούσε.
   Πήρε το δρόμο της επιστροφής αργά τη νύχτα. Θέλησε να γλυτώσει μέρος της απόστασης πηγαίνοντας από κάποια στενά στα οποία δεν περπατούσε συχνά. Μάλλον παρακινδυνευμένο για την ώρα που διάλεξε. Τα φώτα ήταν λιγοστά και το μόνο που φώτιζε λίγο περισσότερο το δρόμο ήταν το φως που ξέφευγε από τα δωμάτια των πρώτων ορόφων των πολυκατοικιών. Ο μόνος άνθρωπος που είδε ήταν ο ιδιοκτήτης μιας κάβας που κλείδωσε το μαγαζί του και απομακρύνθηκε στο βάθος του δρόμου. Η παρουσία ενός γνώριμου προσώπου της γειτονιάς τον καθησύχασε. Χωρίς να είναι προετοιμασμένος όμως, ένιωσε δίπλα του ακριβώς μια ανθρώπινη παρουσία. Όχι βήματα, ούτε φασαρία. Περισσότερο αισθάνθηκε πως τον κοιτάζει κάποιος. Γύρισε το κεφάλι του αργά προς τη μεριά που υποψιαζόταν πως κάτι συμβαίνει. Τινάχτηκε τόσο απότομα από την ταραχή του ώστε έμπλεξε τα πόδια του και σωριάστηκε στο δρόμο. 
   Στο αυτοκίνητο δίπλα του, στη θέση του συνοδηγού, κάποιος είχε τοποθετήσει μια πλαστική κούκλα βιτρίνας. Χωρίς ρούχα και με πέντε καρφιά καρφωμένα στο δεξί αυτί της σαν σκουλαρίκια. Η ζώνη ασφαλείας την κρατούσε σταθερή στη θέση της. Τα χέρια της ήταν σηκωμένα σαν να ήθελε να πει κάτι και τα μάτια ζωγραφισμένα με τέτοιο τρόπο που νόμιζε πως ήταν στραμμένα μόνο επάνω του.
«Ποιός άραγε τοποθετεί μια κούκλα στη θέση του συνοδηγού; Σίγουρα κάποιο λόγο θα εχεί και πιθανότατα θα έχει ενδιαφέρον να το ψάξει κανείς» σκέφτηκε καθώς ανακτούσε την ψυχραιμία του και ταυτόχρονα ίσως και την έμπνευσή του.
   Βέβαια το επόμενο πρωί ισοπεδώθηκε κάθε ελπίδα να δει κάτι αξιοπερίεργο να συμβαίνει στο αυτοκίνητο με την κούκλα. Ο ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου δεν ήταν κάποιος παράξενος τύπος αλλά μια συνηθισμένη κυρία που δούλευε στο μαγαζί με τα έτοιμα ενδύματα της γωνίας. Η κούκλα απλώς είχε μεταφερθεί από κάπου αλλού με το αυτοκίνητο και καμία σκοτεινή ιστορία δεν κρυβόταν από πίσω.
   Σταμάτησε να αναλύει τις εικόνες που είχαν περάσει από μπροστά του τις δύο τελευταίες ημέρες. Διαπίστωσε πως έφτανε κάθε φορά κοντά στο να δει κάτι που θα τον εντυπωσίαζε αλλά αντί αυτού ερχόταν αντιμέτωπος με την κλασσική, ελαφρώς παραλλαγμένη καθημερινότητα της ζωής στην πόλη. Αναρωτήθηκε αν υπάρχουν όντως δυνατές εικόνες ή τελικά μόνο όποιος είναι παρατηρητικός και ικανός να δώσει σθένος στα απλά γεγονότα καταφέρνει και δημιουργεί ισχυρές ιστορίες. Κατέληξε πως μια εικόνα θα μείνει μια σκέτη εικόνα που ο καθένας βλέπει αλλά δεν αποτυπώνεται στο μυαλό του ως μνήμη ή ως μάθημα ζωής, αν δεν την ενδυναμώσει κάποιος πιο παρατηρητικός.
   Έχοντας αυτά ως οδηγό έδωσε την υπόσχεση στον εαυτό του να ξεκινήσει με περισσότερη όρεξη να γράφει την ιστορία του  από την επόμενη ημέρα. Προς το παρόν θα προσπαθούσε να κάνει μια μικρή αρχή. Ασυναίσθητα, καθώς τον κυρίευε η νύστα, άρχισε να μουντζουρώνει το χαρτί κι έπειτα να σχεδιάζει μικρά σπίτια. Κουτιά τετράγωνα με ένα τρίγωνο για σκεπή. Αποκοιμήθηκε με τα χαρτιά στην αγκαλιά του. Το πρωί είδε τα σχέδια του και του ήρθε ενα απελπισμένο γέλιο.
«Η χαρά της ζωής» είπε στον εαυτό του.
«Ένα σπιτάκι δίπλα στο άλλο για να έχουνε όλα τους παρέα. Και μέσα τους ευτυχισμένοι άνθρωποι με τις πιο βαρετές ιστορίες»
Εξακολουθούσε να μην έχει καμία έμπνευση. Αποφάσισε να γράψει αυτές τις ιστορίες.      
       

Δεν υπάρχουν σχόλια: