Τετάρτη, 4 Σεπτεμβρίου 2013

Ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσός



 της Ελεάνας Παπαχρήστου
(Σεμινάριο Δημιουργικής Γραφής, Άνοιξη 2013)

Μια φορά και έναν καιρό σε ένα δάσος μακρινό κάπου στις Ανατολικές Ινδίες είχε χτίσει το ξύλινο σπιτάκι της η οικογένεια Μουμπάι. Η τετραμελής οικογένεια ζούσε ευτυχισμένη απόμερα στο τροπικό δάσος με συντροφιά τους τεράστιους φοίνικες και τα ανήμερα αλλά άκακα άγρια ζώα. Η οικογένεια αποτελούταν από τον κύριο Πράκας, την κυρία Ρουπάλ, το 10χρονο γιό τους  Άκας και το κατοικίδιο ζωάκι τους Ντεπάκ. Ο Άκας όπως και όλη η οικογένειά του ήταν αρκετά μελαμψός με πυκνά μαύρα μαλλιά και αμυγδαλωτά καφέ μάτια που έλαμπαν στο σκοτάδι. Αν και ο Άκας είχε περίπου τα ίδια χρώματα με τους συγγενείς και τους φίλου του, τα έντονα λακκάκια στα μάγουλά του και οι μεγάλες του βλεφαρίδες του έδιναν μια μοναδική γλυκύτητα στο βλέμμα. Ο Ντεπάκ από την άλλη δεν θα μπορούσαμε να πούμε ότι έμοιαζε με την οικογένεια Μουμπάι. Το γυαλιστερό του δέρμα πάνω στο οποίο σχηματίζονταν μικροί τουρκουάζ ρόμβοι και κίτρινες ρίγες τον έκαναν να γίνεται ένα με τη φύση και να κρύβεται καλά όταν επιθυμούσε. Ο Ντεπάκ ήταν ένα γέρικο εκπαιδευμένο φίδι που αν και δηλητηριώδες δεν είχε δαγκώσει ποτέ κανέναν στη ζωή του. Ήταν πάντοτε φιλικό με όλους και η οικογένεια τον τάιζε ψόφια έντομα και μικρά ερπετά.  Ο Άκας που δεν είχε άλλα αδερφάκια, είχε μεγαλώσει με τον Ντεπάκ και τον ένιωθε πιο κοντά του από όλους στην οικογένεια. Κάθε μέρα μετά το μεσημεριανό φαγητό, βγαίνανε στο δάσος και παίζανε ασταμάτητα μέχρι να νυχτώσει άλλοτε δυο τους και άλλοτε παρέα με τα υπόλοιπα ζώα. Τα βράδια ο Ντεπάκ συνήθως κουλουριαζότανε στα πόδια του μικρού Άκας και έτσι τους έπαιρνε ο ύπνος αγκαλιά μέχρι το πρωί, μέχρι δηλαδή την ώρα που η κυρία Ρουπάλ θα σήκωνε τον Άκας να πάει στο σχολείο και θα σκέπαζε τον Ντεπάκ για να συνεχίσει ήρεμος τον ύπνο του.  
Μια μέρα σαν όλες τις άλλες, όπου ο Άκας και ο Ντεπάκ παίζανε ανέμελοι κρυφτό στο δάσος, συνέβη κάτι πολύ παράξενο που έκανε τους δύο φίλους να στρέψουν το ενδιαφέρον τους μακριά από το παιχνίδι. Την ώρα που ξεκίναγε να σουρουπώνει και που η καυτή ζέστη έδινε τη θέση της σε ένα δροσερό αεράκι, ήταν η σειρά του Άκας να αναζητήσει τον καλά κρυμμένο στο δάσος Ντεπάκ. Ψάχνοντας κάτω από τους θάμνους και πίσω από τα δέντρα, την προσοχή του Άκας τράβηξε μια σκιά στο βάθος. Λίγα λεπτά αργότερα η εικόνα που έβλεπε το παιδί ήταν πιο ξεκάθαρη. Ένα κορίτσι ντυμένο στα λευκά, όμοιο με κανένα μέχρι τότε, έκανε τον ήρωα να μείνει με το στόμα ανοιχτό. Τα μακριά χρυσά της μαλλιά χάιδευαν το λευκό της δέρμα, ακουμπώντας απαλά τα κόκκινα χείλη της την ώρα που εκείνη τα απομάκρυνε διακριτικά από τα καταπράσινά της μάτια. Το χαμόγελό της είχε ήδη μαγέψει το μικρό μας φίλο που δίχως δεύτερη σκέψη άρχισε να την ακολουθεί από μακριά. Ο Ντεπάκ που γρήγορα αντιλήφθηκε την απουσία του Άκας βγήκε από την κρυψώνα του και με ένα γρήγορο σύρσιμο έφτασε ανάμεσα στα πόδια του μικρού προσπαθώντας να του κλείσει τον δρόμο. Δεν ήταν ότι ήθελε να παίξει κι άλλο με το φίλο του· Έτσι και αλλιώς ήταν αρκετά γέρος και κουραζόταν εύκολα και μόνο αυτή η χαρά και η λαχτάρα του Άκας ήταν που του έδινε δύναμη και όρεξη να συνεχίσει. Το πρόβλημα ήταν άλλο. Η διαίσθηση φιδιού που είχε ο Ντεπάκ δεν μπορούσε να τον ξεγελάσει. Μπορεί η όρασή του, όπως και η ακοή του, να μην ήταν τα δυνατά του σημεία αλλά η όσφρηση και η διαίσθηση που είχε τον έκαναν να προλαβαίνει όλους τους κινδύνους και να προστατεύει τον Άκας από μωρό. Και αυτή τη φορά το ένοιωθε. Ο Άκας δεν ήταν ασφαλής με αυτήν την κοπέλα. Όμως το αγόρι δεν έδειχνε να καταλαβαίνει το φίλο του. Ή μάλλον δεν μπορούσε να καταλάβει. Τον είχε παρασύρει τόσο πολύ το διαφορετικό, το φανταστικό, το περίεργο που αυτή η κοπέλα είχε πάνω της, που δεν μπορούσε να αισθανθεί τον κίνδυνο. Ο Άκας προσπέρασε τον Ντεπάκ και κατευθύνθηκε με πιο γοργά τώρα βήματα προς το στόχο του. Η κοπέλα που γύρναγε κάθε τόσο προς το μέρος του, του χαμογελούσε κάνοντας του σήμα να την ακολουθήσει. Εκείνος υπνωτισμένος το έκανε μηχανικά χωρίς να δείχνει ότι έχει επαφή με την πραγματικότητα.
Μισή ώρα αργότερα και με ασταμάτητο βήμα, ο Ντεπάκ κουρασμένος να κυνηγάει τον Άκας είχε αρχίσει ήδη να χάνει τα ίχνη του. Ο μικρός παίρνοντας στο ξωπίσω την χρυσαφένια νεράιδα των ονείρων του, ή όπως αλλιώς την είχε πλάσει στο μυαλό του, βρέθηκε έξω από το πυκνό δάσος σε ένα ξέφωτο, που απείχε ελάχιστα από τον πιο μεγάλο και απότομο καταρράκτη που είχε δει ποτέ στη ζωή του. Τα τρεχούμενα νερά που πέφτανε ορμητικά καλύπτανε τους αιχμηρούς βράχους κάτω από τον γκρεμό που πρέπει να ξεπέρναγε τα 50 μέτρα ύψους. Ο Άκας σαν να υπνοβατούσε, με τα μάτια του να μένουν ακίνητα προς το κορίτσι πλησίαζε επικίνδυνα το κενό. Και τότε λίγο πριν την αγγίξει, λίγο πριν αγγίξει το όνειρό του, το κορίτσι που φάνταζε τόσο αγνό και λαμπερό στα μάτια του άρχισε να αλλάζει μορφή. Τα μάτια της έχασαν απότομα αυτό το φανταχτερό πράσινο χρώμα και τα μαλλιά της απέκτησαν γκρίζες και άσπρες τρίχες χάνοντας τον όγκο και τη λάμψη τους την ώρα που ένα τρομαχτικό και βραχνό γέλιο βγήκε από τα χείλη της. Τα χαρακτηριστικά της άρχισαν να αλλοιώνονται μέχρι που η εικόνα της έμοιαζε μάλλον με τέρας παρά με άνθρωπο. Ο Άκας σαν να έφαγε μπουνιά στο στομάχι κατάλαβε απότομα που βρισκόταν και τι είχε να αντιμετωπίσει. Τα μάγια που του είχε κάνει το ξανθό κορίτσι εξαφανίστηκαν απότομα μαζί με την ομορφιά της που τον μαγνήτιζε τόση ώρα. Εκείνη χωρίς να βγάλει φωνή με μία της μόνο κίνηση βρέθηκε πίσω του έτοιμη να τον ρίξει στο κενό. «Και τώρα επιτέλους θα κλέψω τα νιάτα και την ομορφιά σου για να γίνω όπως ήμουν παλιά. Τώρα κανείς δεν θα με εμποδίσει από την ευτυχία», ούρλιαξε γελώντας χαιρέκακα και ορμώντας στον μικρό. Ο Άκας ήθελε να βάλει τα κλάματα αλλά ήταν τόσο σοκαρισμένος που δεν μπορούσε. Ήξερε ότι είχε έρθει το τέλος και ήλπιζε να περάσει γρήγορα. Μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα του πέρασαν εκατομμύρια εικόνες απ’ το μυαλό σαν όνειρο. Εκατομμύρια εικόνες αλλά μία ήταν πιο έντονη. Ήταν εκείνη του Ντεπάκ, του πιστού του φίλου που μάταια προσπαθούσε να τον πείσει να μην ακολουθήσει την περιέργειά του. Ήταν η εικόνα του Ντεπάκ που ερχόταν να τον σώσει την τελευταία στιγμή από τα νύχια της κακιάς μάγισσας, συγχωρώντας τον για την ανυπακοή του.
   Τα γέλια της τρομαχτικής φιγούρας απέναντί του ξαφνικά μετατράπηκαν σε ουρλιαχτά πόνου και κραυγές. Ο Άκας συνειδητοποίησε ότι η εικόνα που έβλεπε δεν ήταν παραίσθηση. Ο Ντεπάκ είχε εμφανιστεί από το πουθενά και είχε ορμίσει πάνω στη μάγισσα τσιμπώντας της τον αστράγαλο. Εκείνη με το τσίμπημα του δηλητηριώδους φιδιού, που τσιμπούσε κάποιον για πρώτη φορά στη ζωή του, άρχισε να βγάζει πράσινους καπνούς από το στόμα ενώ το σώμα της άρχιζε να λιώνει αργά και βασανιστικά. Ο Άκας αηδιασμένος από το θέαμα αλλά πλέοντας σε πελάγη ευτυχίας που ήταν ακόμη ζωντανός, βρήκε την ευκαιρία να απομακρυνθεί από τα πρόθυρα του γκρεμού που τον είχε στριμώξει η κακιά μάγισσα και να τρέξει προς τον σωτήρα φίλο του. Οι δυο τους αγκαλιασμένοι άρχισαν να τρέχουν μαζί προς το σπίτι αφήνοντας το τέρας πίσω τους να εξαφανίζεται μια για πάντα.
«Και μετά και μετά τι έγινε;»
«Ε, έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα»
«Έλα ρε μπαμπά πες μας τι άλλο έγινε. Ο Άκας είπε στους γονείς του τι συνέβη στο δάσος; Ο Ντεπάκ έγινε ήρωας και όλοι τον προσκυνούσαν ή ποτέ δε μαθεύτηκε οτι έσωσε τον Άκας; Μετά πως το γιορτάσανε; Οι δυο τους ξαναπαίξανε στο δάσος;»
«Παιδιά η ιστορία έχει συμβολικό περιεχόμενο. Όλα αυτά δεν γίνανε στα αλήθεια και ούτε υπάρχουν κακές μάγισσες και φίδια που δεν δαγκώνουν. Αυτό που πρέπει να μάθετε από την ιστορία είναι το εξής: Ότι λάμπει δεν είναι πάντα χρυσός. Ότι βλέπουμε δηλαδή δεν είναι πάντα αυτό που φαίνεται και πρέπει συνέχεια να είμαστε προετοιμασμένοι για να μην την πατήσουμε όπως ο Άκας»
Ο Πράκας αγκάλιασε τα παιδιά του σφιχτά και αναρωτήθηκε γιατί τους είπε ψέματα. Ίσως να ήτανε πολύ νωρίς να τους πει ότι ο παππούς τους χρωστάει τη ζωή του σε ένα φίδι που δεν ήταν κατοικίδιο αλλά βρέθηκε τυχαία στο δρόμο του. Ίσως να μην μπορούσε να τους πει ότι η κακιά μάγισσά ήταν κακιά αλλά όχι μάγισσα και ότι αυτό που ήθελε από τον Άκας δεν ήταν τα νιάτα και η ομορφιά του αλλά τα λεφτά που θα έπαιρνε αν τον πουλούσε στα παζάρια της Ινδίας. Ίσως ήταν καλύτερα να πιστέψουν την βελτιωμένη έκδοση της ιστορίας και να κοιμηθούν ήσυχα το βράδυ κρατώντας στο μυαλό τους την πιο σημαντική φράση απ’ όλες όσες είπε ή σκέφτηκε εκείνο το βράδυ: Ότι λάμπει δεν είναι χρυσός.    
       

Δεν υπάρχουν σχόλια: