Δευτέρα, 30 Σεπτεμβρίου 2013

Παρατήρηση



  του Σπύρου Αναγνωστόπουλου          
(Σεμινάριο Δημιουργικής Γραφής, Άνοιξη 2013)                      


Το Φως του ήλιου διαπερνούσε τα βλέφαρα μου. Ίσα-ίσα που είχα ξυπνήσει. Κοίταξα το ρολόι μου έγραφε 11.30 η ώρα. Πήγα λοιπόν να αλλάξω πλευρό να συνεχίσω τον ύπνο μου μιας και ήταν νωρίς για Σάββατο, έπρεπε να ξεκουραστώ κ’ άλλο αλά ήταν ήδη αργά. Άσχημες σκέψεις είχαν μπει στο κεφάλι μου όπως συμβαίνει τις 3 τελευταίες εβδομάδες. Αναμνήσεις μαζί με τα φορτισμένα συναισθήματα τους που δεν μπορούν πια λόγω των συνθηκών να εκφορτιστούν με κατέκλυζαν. Στο πρώτο τσιγάρο με τον πρωινό καφέ έμπαινα λοιπόν στον κόσμο των ψυχολογικών μου βασανιστηρίων. Έτσι ξεκίνησε η μέρα μου, έτσι με τέτοια ψυχολογία κοίταξα τον ήλιο της ημέρας.
    
Έκπληκτος με τον ίδιο μου τον εαυτό για το πόσο βαρύς και ασήκωτος αισθανόμουν ενώ καλά καλά δεν είχα ξυπνήσει άρχισα να ψάχνω ένα τρόπο να φύγει αυτό το πράγμα από πάνω μου. Δεν ήθελα να πω τι με έθλιβε ή τι δύσκολη κατάσταση είχα περάσει αλλά να περάσω όπως εγώ θεωρώ καλά, μέσω μιας συζήτησης  να βρω κάτι ενδιαφέρον να στραφεί η σκέψη μου σε κάποιο άλλο θέμα, να χαλαρώσει σχεδόν ασυνείδητα η οπτική γωνία που είχα γι’ αυτό που έχασα. Η λύση βρέθηκε στο να πάρω τηλέφωνο ένα φίλο που είχα καιρό να δω. Πίστευα ότι μια φιλοσοφική συζήτηση μαζί του θα με βοηθούσε πραγματικά. Το απόγευμα όπως είχαμε κανονίσει βρεθήκαμε. Όταν έφτασα ο φίλος ήταν ήδη εκεί και με περίμενε. Τον χαιρέτησα και το αυθόρμητο γέλιο δεν άργησε να έρθει και από τις δύο μεριές( αυτό το ζεστό χαμόγελο που είναι γεμάτο εμπιστοσύνη γι’ αυτόν που βλέπεις). Καθίσαμε στην κοντινότερη καφετέρια από εκεί που συναντηθήκαμε λόγω της προσμονής και των δύο για μια ενδιαφέρουσα, ποικίλης θεματολογίας κουβέντα.

Σήμερα θα εξομολογηθείς μου είπε ενώ παραγγέλναμε με ένα ύφος κατανόησης και ένα τόνο χιουμοριστικού κυνισμού. Αυτή η πρόταση έφτασε για να μου φτιάξει τη διάθεση και να ξεκινήσουμε να μιλάμε για θέματα που μας αφορούσαν και το κυριότερο μας έκαναν να νοιώθουμε ωραία που είχαμε βρεθεί. Η συζήτηση που διήρκησε πολλές ώρες κυμαινόταν γύρω από το ζήτημα του εγώ. Της εικόνας που δημιουργούμε μέσα από φίλτρα για εμάς και για τους ανθρώπους γύρω μας. Με αναφορές σε ανθρώπους που έγραψαν γι’ αυτά τα θέματα, με εμπειρίες προσωπικές, εικόνες-γεγονότα της ιστορίας οι ώρες περνούσαν, το θέμα συζήτησης μας εξελισσόταν <<έτσι τουλάχιστον θέλαμε να πιστεύουμε>> και ο καφές αντικαταστάθηκε από ποτήρια κρασιού, όλα αυτά βέβαια με τη βοήθεια της ζωντανής ρεμπέτικης μουσικής που είχε το μαγαζί.Το τελευταίο θέμα που αγγίξαμε από ότι θυμάμαι και λέω αγγίξαμε γιατί είναι δύσκολο να αναλυθεί σε βάθος ήταν το συναίσθημα της αυτολύπησης. Ο πόνος που μας διακατέχει, πως σε διάφορες καταστάσεις κυριευόμαστε από λύπη για τον εαυτό μας. Το αίσθημα μοναξιάς, φόβου για το άγνωστο που έρχεται, για το μίσος προς όλους κυρίως προς τον εαυτό μας. Οι συνέπειες που όλες αυτές οι αντιδράσεις έχουν γεμάτες αλαζονεία και αγκάλιασμα σφιχτό της θλίψης μας. Όλα μέσα σε ένα φάσμα μαύρο.Στο τέλος της βραδιάς περπατάγαμε γεμάτοι σιωπή να πάρουμε το τρένο της επιστροφής. Αποχαιρετιστήκαμε και πήγε ο καθένας προς την κατεύθυνση του. Μέχρι να φτάσω στο σπίτι μου σκεφτόμουν τις ιδέες προς σκέψη, διαμόρφωση των ήδη σκέψεων που απέκτησα κουβεντιάζοντας με ένα καλό φίλο. Ένα πράγμα μόνο με έκανε να απορώ με την προηγούμενη μέρα ( είχε περάσει 12 μμ το ρολόι). Του είχα τελικά εκμυστηρευτεί τι με βασάνιζε;

Δεν υπάρχουν σχόλια: