Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2013

Omne Βonum Τrium (μτφρ: όλα τα καλά πράγματα είναι τρία)



της Ευτυχίας Φράγκου
(Σεμινάριο Δημιουργικής Γραφής, Άνοιξη 2013) 

(Σεπτέμβριος 1998/ Αλεξανδρούπολη…)
 Ένιωθε τα πόδια της να μην την στηρίζουν, η μητέρα της τη σταύρωσε όπως έκανε κάθε πρωί, ενώ την κυνηγούσε με το γάλα στο χέρι... Την ξεπροβόδισε, τη φίλησε και μονολόγησε “Καλή χρονιά πριγκιπέσα μου...”
Η πριγκιπέσα ένιωθε τα μάτια της να καίνε... Το σώμα της να πονάει.
3η Λυκείου. Πλέον στην Αλεξανδρούπολη. Μακριά από το Αρσάκειο. Μακριά από τον Μίκυ, τη Μίνι, τον Καμμένο, την Φώκια, μακριά από τους φίλους με τους οποίους μεγάλωσε και όλα αυτά γιατί ο πατέρας της πήρε έδρα στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο, στο τμήμα της Πνευμονολογίας της Ιατρικής Σχολής.
 Σκέφτηκε να μην πάει καθόλου. Σκέφτηκε να εξαφανιστεί. Να πάει στο αεροδρόμιο και να γυρίσει στην Αθήνα.
Έβαλε ακουστικά. Ακουγόντουσαν οι Guns n' Roses “Don't cry”...
 Τα δάκρυα έτρεχαν.
Οι σκέψεις έτρεχαν.
Τα πόδια της έτρεχαν.
 Της ήρθε αναγούλα. Στεναχώρια με γεύση από γάλα που μόλις είχε πιει...
 Μπήκε στο προαύλιο, νόμιζε ότι θα σωριαστεί. 100 ζευγάρια μάτια έπεσαν πάνω της. Ένιωθε την ενέργειά τους. Η καινούρια 17χρονη Άλκηστις. Ψηλή, αδύνατη. Τα μαλλιά της πολύ μακριά καστανά τα είχε λιτά στους ώμους.. Δεν είναι μόνο η εκτυφλωτική της ομορφιά. Είναι αυτή η λάμψη της... Είναι από αυτούς τους ανθρώπους που όταν τους γνωρίζεις ξέρεις ότι δεν πρόκειται να ζήσουν μια συμβατική ζωή. Από τους ανθρώπους που ξέρεις ότι θα αλλάξουν την ζωή και πολλών άλλων ανθρώπων.. Όταν χαμογελάει τα μάτια της γίνονται τελείως σκιστά, και τότε ακριβώς είναι που μπορεί να κατακτήσει τα πάντα.
'Εχει ακόμα τα ακουστικά στα αυτιά της, τα βγάζει νωχελικά, ενώ το βλέμμα της είναι στα πετροπλυμένα μαύρα Σταράκια της. Γνωρίζει ότι όλοι την κοιτάζουν. Γνωρίζει και τη δύναμη που μπορεί και ασκεί πάνω στους ανθρώπους, αλλά ακόμα δεν έχει συνειδητοποιήσει το μέγεθος…
 Τα υπόλοιπα παιδιά φυσικά και γνωρίζονται όλα μεταξύ τους. Ο Άλκης, ο Ορέστης, και ο Γιάννης κλωτσάνε μια μπάλα, όλοι μιλάνε, γελάνε κάποιοι σπρώχνονται…Δείχνουν με τη στάση τους ότι έχουν πάψει πια να είναι μέρος του σχολείου. Είναι οι μεγάλοι, δεν είναι πια παιδιά.. Τα αγόρια πλέον ξυρίζουν το μουστάκι τους, κάποιοι ψιλοκαπνίζουν ενώ τα κορίτσια είναι πλέον σχηματισμένες ολοκληρωμένες γυναίκες.. Μία παρέα σχολιάζει επικριτικά τη μόνη καινούρια της τάξης. Αυτή είναι η Άλκηστις…
Μπαίνει στη σειρά. Θέλει να τρέξει και να σηκωθεί να φύγει. Δίνει κουράγιο στον εαυτό της όπως έκανε μικρή: “Κουράγιο πριγκιπέσα, κουράγιο, μια χρονιά είναι θα περάσει”.  Μόλις τελειώνει ο αγιασμός ανεβαίνουν στην αίθουσα. Στις σκάλες της χαμογελάει ο Άλκης...
 Ο Άλκης ήταν ο καλλιτέχνης του σχολείο. Έχει μακριά μαλλιά, τεράστια καταγάλανα μάτια και  θέλει να αλλάξει τον κόσμο. Όνειρο του είναι να ταξιδέψει σε όλον τον κόσμο… Διαβάζει Αριστοτέλη και ντρέπεται να το λέει.
Στα 17 δεν είναι και από αυτά που τα λες με καμάρι. Όταν οι περισσότεροι το πιο εξωσχολικό που διαβάζουν είναι κανένα playboy με τα γυμνόστηθα κορίτσια που σβήνουν λίγη από την κάψα των ορμονών που σε τρελαίνουν...
 «Καινούρια είσαι;»
«Ναι…»
«Καλωσήρθες… Ναι ρε παιδιά πείτε κάτι.. Δεν είμαστε τόσο μαλάκες πάντα. Πώς σε λένε;»
«Άλκηστις»
«Ωραίο όνομα...Λες το δικό μου να είναι το αρσενικό του δικού σου ονόματος; Γιατί με λένε Άλκη… Ε.. Αυτός είναι ο Ορέστης και αυτός ο Γιάννης»
«Ρε Άλκη τι μαλακίες λες στην κοπέλα;» τον τσίγκλισε ο Ορέστης...
 Η Άλκηστις έσκασε το πρώτο μειδίαμα της ημέρας... Ένιωσε τη ζέστη της φωνής του Άλκη, τη ζέστη του σώματός του.  Ήθελε να τον αγκαλιάσει... Εκεί που είχε μυρμηγκιάσει το σώμα της όλο, της μίλησε χαμηλόφωνα.
«Δείχνεις χλωμή. Μη μασάς. Εγώ είμαι εδώ. Δεν θα αφήσω να σε πειράξει κανείς...»
Του έγνεψε καταφατικά. Δεν μπόρεσε να καταλάβει εκείνη τη στιγμή την ορμητικότητα και την προστατευτικότητα του Άλκη. Ούτε αυτό το αλλοπρόσαλο της ρημαδοζωής που έλεγε και η γιαγιά Άλκηστις. Με κάποιους ελάχιστους ανθρώπους στη ζωή για έναν ανεξήγητο λόγο, ο χρόνος καταργείται. Είναι σαν να τους ξέρεις. Σαν να σε ξέρουν από πάντα. Σαν να έχουν ήδη ειπωθεί τα ανείπωτα. Κουμπώνουν όλα. Το ηχόχρωμα των φωνών, οι ανάσες, το χιούμορ...
Αυτό είναι κάτι που θα το καταλάβαινε πολλά χρόνια αργότερα.
 Χρειάστηκε μερικά διαλείμματα και μερικές μέρες για να γίνουν αχώριστοι. Όχι μόνο η Άλκηστις και ο Άλκης αλλά και ο Ορέστης και ο Γιάννης. Οι τρεις άντρες έγιναν οι τρεις σωματοφύλακες της!!
 Ο Γιάννης ήταν ο άντρας, ο αλήτης της παρέας. Ψηλός, αθλητικός, δυναμικός αν και λίγο αψύς. Δεν του άρεσε το διάβασμα και το σχολείο αν και λόγω της Άλκηστις θα προσπαθήσει γιατί θα θελήσει να την εντυπωσιάσει. Ο Ορέστης ήταν ο πιο απόμακρος, ο πιο σιωπηλός, ο πιο μοναχικός. Λάτρευε τα ζώα και τη φύση… Λάτρευε τα δελφίνια, τους δεινόσαυρους, τα άλογα, το πράσινο… Αγαπούσε τα ζώα και τη φύση πιο πολύ ίσως και από τους ίδιους τους ανθρώπους..
 Οι τρεις σωματοφύλακες κάθε πρωί περνάγανε και την παίρνανε από το σπίτι της, χτύπαγαν το κουδούνι της και λέγανε «Οι τρεις σωματοφύλακες είμαστε»,  παίρνανε τυρόπιτες από το φούρνο, καβαλάγανε τα ποδήλατα και πηγαίνανε σχολείο… Μετά την πηγαίνανε στα μαθήματα χορού.. Η Άλκηστις λάτρευε το χορό, λάτρευε την κίνηση, και αυτοί οι 3 τη χαζεύανε πίσω από τα τζάμια της Σχολής Αθανασιάδη. Κυρίως όμως είχε αρχίσει ήδη να λατρεύει τους τρεις πιο σημαντικούς άντρες της ζωής της… Τους τρεις σωματοφύλακες…
Η Άλκηστις τους έκανε να αγαπήσουν το διάβασμα… Τους δάνειζε τα βιβλία από την βιβλιοθήκη του πατέρα της, βιβλία του Φρόυντ, του Μπέκετ, του Ντοστογιέφσκι και του Τσέχωφ. Αφού ο καθένας τους είχε τελειώσει το βιβλίο το αναλύαν με τις ώρες. Τσακωνόντουσαν ακόμα και για τις επιλογές των ηρώων. Τους έλεγε πολλές φορές “Μπορείτε να με φωνάζετε Όλια, είμαι μία από τις Τρεις Αδελφές” και έσκαγαν στα γέλια.
Τους μεταμόρφωσε, όπως μεταμορφώνονται οι άνθρωποι όταν αφήνονται, όταν παραδίνουν την καρδιά τους.  Τους έγραφε κασέτες ροκ, και καθόντουσαν με τις ώρες και μιλάγανε για τα πάντα… Τις Κυριακές πηγαίνανε με μηχανάκια μέχρι τη Μαρώνεια κάνανε μπάνιο, και αράζαν στο κτήμα του Γιάννη. Παίζανε επιτραπέζια. Scrabble, Monopoly, taboo, παίζανε χαρτιά κυρίως ξερή και πλακωτό στο τάβλι. Στη θάλασσα παραβγαίνανε στο κολύμπι και βουτάγαν από τους βράχους της Μαρώνειας όλοι μαζί πιασμένοι χέρι- χέρι. Στο κτήμα του Γιάννη μετά τις Πανελλήνιες 8 μήνες μετά τη γνωριμία τους, βλέπανε ταινίες με Charlie Chaplin, ταινίες του Felini και του Tarkovsky.
 Δεν υπήρχε άλλη γυναίκα για αυτούς. Απομακρύνθηκαν από τους υπόλοιπους φίλους και από όλους εκείνους που μισούσαν την Άλκηστη. Κάποιοι τη λέγανε «πρωτευουσιάνα», «αλλόκοτη», ενώ ακόμα και κάποιοι γονείς δεν έχαναν την ευκαιρία να θεωρούν περίεργο και ύποπτο ότι κάνει παρέα μόνο με άντρες… Δεν έλειπαν και αυτές οι γλώσσες που έλεγαν ότι απλά είναι «μια κωλοπετσωμένη Αθηναία πουτάνα». Οι σωματοφύλακες της δεν δέχονταν μύγα στο σπαθί τους για την Άλκηστη τους… Μάλωναν, κοντράρονταν, επιτίθονταν σε οποιονδήποτε έπιανε στο στόμα τους την δική τους Άλκηστη..
Ήταν και οι τρεις κρυφά ερωτευμένοι μαζί της, με έναν πολύ ιδιότυπο, διαφορετικό για τον καθένα τρόπο. Ήταν μαγεμένοι μαζί της, και αυτή είχε κατορθώσει να τους κάνει να βγάλουν τον καλύτερο τους εαυτό… Είχαν γίνει οι καλύτεροι μαθητές, οι καθηγητές ήταν ενθουσιασμένοι μαζί τους και η επιτυχία στις Πανελλήνιες μάλλον ήταν δεδομένη...
 Όταν μιλάγανε για τον έρωτα,η  Άλκηστις σηκωνόταν όρθια, άλλαζε τη φωνή της περιπαιχτικά και τους έλεγε πως δεν πιστεύει σε αυτόν τον εγκόσμιο ταπεινό έρωτα, πως αυτά είναι επινοήσεις των μεγάλων που απλά περιπλέκουν τη ζωή…
 Μία μέρα στο κτήμα του Γιάννη βγάλανε ένα χαρτί και συμφωνήσανε να ταξιδέψουνε μέχρι την άλλη άκρη του κόσμου, να φτάσουνε μέχρι τις Ινδίες. Υπογράψανε όλοι, κλείσανε το χαρτί σε ένα φάκελο και βάλανε το φάκελο σε ένα παλιό μπαούλο στο σπίτι του Γιάννη…
Όπως και στο μυθιστόρημα του Δουμά στους Τρεις σωματοφύλακες, ο Άλκης, ο Ορέστης και ο Γιάννης σαν να είναι ο Άθως, ο Πόρθος και ο Άραμις… Έδωσαν τα χέρια και απλά υποσχέθηκαν «Ένας για όλους και Όλοι για έναν», μόνο που σε αυτή την ιστορία στην υπόσχεση μπήκε και μια γυναίκα…
Εκείνη γύρισε και τους είπε με το γνωστό της ναζιάρικο ύφος με το οποίο λιώνανε “Omne Bonum Trium”... (όλα τα καλά πράγματα είναι τρία) και αυτοί το βρήκαν μεγαλοφυές. Και υποσχέθηκαν να κάνουν όλοι το ίδιο τατουάζ με αυτή την καινούρια κωδικοποιημένη φράση, που συμπύκνωνε την τριπλή τους αγάπη για την Άλκηστη...

ΙΝΔΙΑ 2010
12 χρόνια μετά από την πρώτη συνάντηση τους, όλα έχουν αλλάξει.. Έχουν πάψει να βρίσκονται δεν είναι ότι έχουν μαλώσει, είναι ότι κάτι έχει σπάσει.. Όσο ήταν φοιτητές η Άλκηστις και ο Άλκης έγιναν ζευγάρι και παρότι μετά χώρισαν εκλείφθηκε σαν προδοσία από τους άλλους δύο σωματοφύλακες… Και χωρίς καυγά, χωρίς μελοδραματισμούς απλά ξέκοψαν… Ίσως γιατί όταν ο πόνος είναι πραγματικά μεγάλος, δεν υπάρχει τρόπος να τον αποτυπώσεις και σιωπάς.
Και όμως ήταν γραφτό να ξαναβρεθούν.
Από την Αθήνα, στην Αλεξανδρούπολη στην Ινδία, στο Νέο Δελχί. Οι ιστορίες τεσσάρων ανθρώπων που ταξιδέψανε μέχρι την Ινδία και ξαναβρεθήκανε στην Ινδία για να εκπληρώσουν το παιδικό όνειρο. Όταν το κάρμα των ανθρώπων, όταν τα γραμμένα έχουν κανονίσει για τις ζωές των ανθρώπων τότε η γη δεν είναι πολύ μεγάλη, είναι μάλλον μικρή και τους φέρνει μ’ έναν μαγικό τρόπο στον ίδιο τόπο, την ίδια στιγμή… Είναι το κισμέτ, είναι η δύναμη του μυαλού ή μήπως είναι η υποσυνείδητη ανάγκη τους να βρεθούν ξανά μαζί;
Για πρώτη φορά το ποιος θα κατακτήσει την Άλκηστη δεν έχει σημασία, αυτό που μετράει πλέον είναι απλά να την κρατήσουν εδώ… Και η παιδική υπόσχεση ότι μαζί θα γυρίσουν τον κόσμο για να φτάσουν μέχρι τις Ινδίες παίρνει σάρκα και οστά… Καλκούτα, Βομβάη, Νέο Δελχί, Γάγγης.
Θα επιβιβαστούν όλοι για το Μεγάλο Ταξίδι;


Δεν υπάρχουν σχόλια: